Σε ένα μόνο 24ωρο, από τις 18:00 της 3ης Ιουλίου έως τις 18:00 της 4ης Ιουλίου, η Ελλάδα αντιμετώπισε 60 αγροτοδασικές πυρκαγιές. Από αυτές, οι 56 αντιμετωπίστηκαν άμεσα, στο αρχικό τους στάδιο. Την επόμενη ημέρα εκδηλώθηκαν άλλες 36, από τις οποίες οι 29 επίσης αντιμετωπίστηκαν άμεσα. Με άλλα λόγια, μέσα σε 48 ώρες ξέσπασαν 96 φωτιές και η μεγάλη πλειονότητά τους δεν πρόλαβε να γίνει εθνική τραγωδία. Αυτό από μόνο του λέει κάτι σημαντικό.
Δεν λέει ότι όλα πάνε καλά. Δεν λέει ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά υπόδειγμα πολιτικής προστασίας. Δεν λέει ότι πρέπει να μοιράζουμε συγχαρητήρια σαν φυλλάδια προεκλογικής συγκέντρωσης. Λέει όμως ότι όταν ένας κρατικός μηχανισμός λειτουργεί, όταν πυροσβέστες, εθελοντές, τοπική αυτοδιοίκηση, μέσα επιτήρησης και πολίτες κάνουν έγκαιρα τη δουλειά τους, το κακό περιορίζεται πριν αποκτήσει όνομα, πρόσωπα και νεκρούς.
Και εδώ αρχίζει το παράδοξο. Αν μία φωτιά ξεφύγει, καίει σπίτια και απειλεί ζωές, θα τη θυμόμαστε όλοι. Αν 56 φωτιές σβήσουν πριν γίνουν καταστροφή, δύσκολα θα ασχοληθεί κανείς. Η δημόσια σφαίρα αγαπά το δράμα, όχι την πρόληψη. Η πολιτική μας κουλτούρα ξέρει να καταγγέλλει την αποτυχία, αλλά δεν ξέρει να μετρά την αποτροπή της.
Οι ψυχολόγοι το ονομάζουν αρνητική προκατάληψη. Το κακό είναι περισσότερο ελκυστικό από το καλό. Η κλασική διατύπωση της σχετικής βιβλιογραφίας είναι ότι το κακό είναι ισχυρότερο από το καλό. Οι αρνητικές πληροφορίες επηρεάζουν περισσότερο την κρίση μας και τις επεξεργαζόμαστε πιο βαθιά από τις θετικές. Αυτό κάποτε μας προστάτευε μας λέει η εξελικτική βιολογία. Στην πολιτική όμως μπορεί να μας τυφλώνει.
Δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε αυτή την τάση με αφέλεια. Η καχυποψία απέναντι στην εξουσία παραμένει υγιής φιλελεύθερη αρετή. Μετά το Μάτι, κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν δικαιούται να χαρίζει εμπιστοσύνη στο κράτος άνευ όρων. Η εμπιστοσύνη δεν απαιτείται. Κερδίζεται. Κερδίζεται με σχέδια, λογοδοσία, δεδομένα, αξιολόγηση, ατομική ευθύνη και θεσμούς που λειτουργούν πριν φτάσει η κάμερα.
Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να βλέπουμε και τα καλά νέα. Όχι, για να αποκοιμηθούμε, αλλά για να μάθουμε. Αν 56 από τις 60 φωτιές αντιμετωπίστηκαν γρήγορα, πρέπει να ρωτήσουμε τι δούλεψε. Πού λειτούργησαν οι περιπολίες; Πού βοήθησαν τα drones; Πού ειδοποίησε σωστά το 112; Πού συνεργάστηκαν δήμοι, πολίτες και Πυροσβεστική; Η χώρα που ξέρει μόνο να ψάχνει ενόχους μετά την καταστροφή θα ξαναζήσει καταστροφές. Η χώρα που μελετά τις επιτυχίες της θα αποκτήσει θεσμική μνήμη.
Ο φιλελευθερισμός δεν ζητά μικρό κράτος εκεί που χρειάζεται οργανωμένη προστασία της ζωής και της περιουσίας. Ζητά ικανό κράτος. Ζητά κράτος με περιορισμένη αποστολή, καθαρή ευθύνη και μετρήσιμα αποτελέσματα. Ζητά πολίτες που καθαρίζουν τα οικόπεδά τους, δήμους που δεν κρύβονται πίσω από εγκυκλίους, υπηρεσίες που δεν λειτουργούν με το ένστικτο του τελευταίου λεπτού.
Οι φωτιές που σβήστηκαν δεν είναι θέμα πανηγυρισμού. Είναι θέμα πολιτικής παιδείας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χρήσιμο αντίδοτο στην αρνητική προκατάληψη: να μη σταματήσουμε να απαιτούμε εξηγήσεις για τις αποτυχίες, αλλά να αρχίσουμε επιτέλους να απαιτούμε εξηγήσεις και για τις επιτυχίες. Γιατί εκεί κρύβεται η μόνη σοβαρή ελπίδα να μη γίνουν οι επόμενες 60 φωτιές μία ακόμη εθνική πληγή.
