Η Βρετανία προσφέρει σήμερα ένα χρήσιμο μάθημα για την Ελλάδα. Όχι επειδή κατέρρευσε. Όχι επειδή εξαφανίστηκε η εργασία. Αλλά επειδή δείχνει με καθαρό τρόπο τι συμβαίνει όταν το κράτος ανεβάζει επίμονα τον κατώτατο μισθό πιο γρήγορα από όσο ανεβαίνει η παραγωγικότητα. Η πρόσφατη έκθεση της βρετανικής Low Pay Commission, της ανεξάρτητης επιτροπής που συμβουλεύει την κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό, το λέει σχεδόν ωμά: οι συνεχείς αυξήσεις του National Living Wage στενεύουν τις μισθολογικές διαφορές ανάμεσα στις θέσεις που πληρώνονται στο κατώτατο όριο και στις αμέσως ανώτερες, περιορίζοντας τις δυνατότητες εξέλιξης και πλήττοντας το ηθικό μέσα στις επιχειρήσεις.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Ο πολιτικός βλέπει έναν αριθμό και χειροκροτεί. Ο εργαζόμενος όμως βλέπει τη σκάλα να χαμηλώνει. Αν ο νεοπροσλαμβανόμενος πλησιάζει όλο και περισσότερο τον μισθό του πιο έμπειρου, αν ο υπεύθυνος βάρδιας παίρνει λίγο μόνο παραπάνω από αυτόν που εποπτεύει, τότε η προαγωγή παύει να αποτελεί ισχυρό κίνητρο. Το επιπλέον άγχος, η μεγαλύτερη ευθύνη, τα πιο δύσκολα ωράρια και η διοικητική φθορά δεν αντισταθμίζονται από μια ουσιαστική αμοιβή. Η Low Pay Commission κατέγραψε ακριβώς αυτή την ανησυχία από εργοδότες σε κλάδους όπως η φιλοξενία, η φροντίδα και η μεταποίηση: τα μισθολογικά περιθώρια έχουν συμπιεστεί τόσο ώστε η εξέλιξη να φαίνεται όλο και λιγότερο ελκυστική.
Αυτό δεν είναι παράδοξο. Είναι η προβλέψιμη συνέπεια μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τους μισθούς σαν ηθικό σύνθημα και όχι σαν οικονομικό σήμα. Σε μια ελεύθερη αγορά εργασίας, ο μισθός δείχνει παραγωγικότητα, δεξιότητα, σπανιότητα και ευθύνη. Όταν η κυβέρνηση σηκώνει διοικητικά το κατώφλι, χωρίς αντίστοιχη αύξηση στην αξία που παράγεται, η διαφορά ανάμεσα στο απλό και στο απαιτητικό έργο μικραίνει. Και όταν μικραίνει η ανταμοιβή για την επιπλέον προσπάθεια, μικραίνει και η διάθεση για επιπλέον προσπάθεια. Η οικονομία τότε δεν γίνεται δικαιότερη. Γίνεται πιο επίπεδη, πιο άκαμπτη και τελικά λιγότερο παραγωγική.
Αυτή είναι η πραγματική προειδοποίηση για την Ελλάδα. Δεν βρισκόμαστε ακόμη στο βρετανικό σημείο. Αλλά η δημόσια συζήτηση κινείται στην ίδια λανθασμένη κατεύθυνση. Κάθε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού παρουσιάζεται σχεδόν ως αυταξία, σαν να μπορεί η ευημερία να νομοθετηθεί με υπουργική απόφαση. Δεν μπορεί. Ο πλούτος δεν προκύπτει από διατάγματα. Προκύπτει από επενδύσεις, ανταγωνισμό, κεφαλαιακό εξοπλισμό, τεχνολογία, δεξιότητες και παραγωγικότητα. Όταν η πολιτεία προσποιείται ότι μπορεί να παρακάμψει αυτή την αλυσίδα, απλώς μεταφέρει το κόστος αλλού: στις μικρότερες επιχειρήσεις, στις προσλήψεις, στις ώρες εργασίας, στις προοπτικές εξέλιξης και τελικά στην ίδια τη δυναμική της οικονομίας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα πολιτικό φετίχ. Χρειάζεται μια αγορά εργασίας που να ανταμείβει ξεκάθαρα τη βελτίωση, την υπευθυνότητα και την άνοδο. Χρειάζεται λιγότερους φόρους στην εργασία, λιγότερη ρύθμιση, καλύτερη επαγγελματική κατάρτιση και περιβάλλον φιλικό στην επένδυση. Μόνο έτσι οι μισθοί θα ανεβούν με υγιή και διατηρήσιμο τρόπο. Μόνο έτσι ο εργαζόμενος θα βλέπει πραγματικό λόγο να ανέβει στο επόμενο σκαλί.
Ο κατώτατος μισθός δεν είναι δωρεάν δώρο. Είναι κρατική παρέμβαση με συνέπειες. Και όταν αυξάνεται με εμμονή, χωρίς αντίκρισμα στην παραγωγικότητα, δεν ανεβάζει όλους προς τα πάνω. Συμπιέζει τους υπόλοιπους προς τα κάτω. Η Βρετανία το δείχνει ήδη. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα διδαχθεί εγκαίρως ή αν θα χρειαστεί να το πληρώσει για να το καταλάβει.
