Ο Χένρι Νόβακ ανήκει στις σιωπές

Ήταν 18 ετών. Φοιτητής. Δολοφονήθηκε στο Σαουθάμπτον από τον Βίκρουμ Ντίγκουα, ο οποίος στις 28 Μαΐου καταδικάστηκε για φόνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο δράστης ισχυρίστηκε ότι ο Νόβακ τον είχε προσβάλει ρατσιστικά και του είχε επιτεθεί. Η κατηγορία ήταν ψευδής. Αλλά, για λίγα κρίσιμα λεπτά, λειτούργησε σαν διαβατήριο ηθικής προστασίας για τον δράστη και σαν καταδίκη για το θύμα.

Οι αστυνομικοί βρήκαν έναν νέο άνθρωπο αιμόφυρτο. Αντί να τον αντιμετωπίσουν πρώτα ως θύμα, του πέρασαν χειροπέδες. Εκείνος έλεγε ότι είχε μαχαιρωθεί. Έλεγε ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Η Βρετανία που έμαθε να επαναλαμβάνει το «I can’t breathe» ως σύνθημα, δυσκολεύτηκε αυτή τη φορά να το ακούσει ως κραυγή ενός πληγωμένου ανθρώπου.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Δεν έχουμε απλώς μια αστυνομική αποτυχία. Έχουμε μια εικόνα θεσμικής δειλίας. Ένα κράτος που εκπαιδεύτηκε να φοβάται περισσότερο την κατηγορία του ρατσισμού από το έγκλημα που γίνεται μπροστά στα μάτια του. Ένα κράτος που, αντί να ρωτήσει ποιος αιμορραγεί και ποιος κρατάει το μαχαίρι, φαίνεται να ρωτά πρώτα ποιος χωράει καλύτερα στο σωστό αφήγημα.

Αυτό δεν είναι αντιρατσισμός. Είναι φυλετική λογιστική. Και η φυλετική λογιστική δεν γεννά δικαιοσύνη. Γεννά κοινωνίες δύο ταχυτήτων. Σε αυτές τις κοινωνίες, ορισμένα θύματα αποκτούν αμέσως όνομα, πρόσωπο, σύνθημα και τελετή. Άλλα εξαφανίζονται πίσω από προσεκτικές διατυπώσεις, επειδή ενοχλούν το ιδεολογικό σκηνικό.

Ο φιλελεύθερος πολιτισμός δεν χτίστηκε πάνω σε συλλογικές ενοχές. Χτίστηκε πάνω στην ιδέα ότι κάθε άνθρωπος έχει ίση αξία απέναντι στον νόμο. Όχι ως μέλος φυλής. Όχι ως εκπρόσωπος ιστορικής κατηγορίας. Όχι ως πιόνι στον πίνακα των ακτιβιστών. Ως άτομο. Με δικαιώματα, αξιοπρέπεια και ζωή που δεν μπορεί να ζυγίζεται πολιτικά.

Η Ελλάδα οφείλει να δει αυτή την υπόθεση όχι ως βρετανική παραξενιά, αλλά ως προειδοποίηση. Οι ιδέες ταξιδεύουν. Τα συνθήματα ταξιδεύουν. Η δειλία των θεσμών ταξιδεύει ακόμα πιο γρήγορα. Ήδη ακούμε παντού την ίδια γλώσσα. «Συμπερίληψη», «ευαισθησία», «διαφορετικότητα». Ωραίες λέξεις, όταν υπηρετούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Επικίνδυνες λέξεις, όταν ζητούν από τον πολίτη να κάνει πως δεν βλέπει αυτό που βλέπει.

Η δικαιοσύνη είναι τυφλή, δεν βλέπει και δεν πρέπει να βλέπει χρώμα. Έχει στοιχεία, θύματα, δράστες, ευθύνη και νόμους. Όταν οι θεσμοί αρχίζουν να μετρούν τη συμπάθεια με φυλετικά κριτήρια, παύουν να είναι θεσμοί και γίνονται μηχανισμοί ιδεολογικής επιβολής. Τότε ο πολίτης δεν θυμώνει απλώς. Αποξενώνεται. Και μια δημοκρατία που αποξενώνει τους νομοταγείς πολίτες της ανοίγει τον δρόμο στους χειρότερους δημαγωγούς.

Ο Χένρι Νόβακ δεν χρειάζεται να γίνει αντίστροφο σύμβολο φυλετικής μνησικακίας. Αυτό θα ήταν το ίδιο λάθος από την άλλη πλευρά. Χρειάζεται κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: ίση μνήμη, ίση συμπόνια, ίση δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να εισαγάγει την ενοχή των άλλων. Χρειάζεται αυτοπεποίθηση. Να προστατεύει κάθε αθώο. Να τιμωρεί κάθε ένοχο. Να εμπιστεύεται την πραγματικότητα περισσότερο από τα συνθήματα. Και να μην επιτρέψει ποτέ σε καμία πολιτική θρησκεία να βάλει το χρώμα πάνω από την αλήθεια.