Το ιστορικό ρεκόρ των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα δεν πρέπει να διαβαστεί ως κυβερνητικό πανηγύρι. Πρέπει να διαβαστεί ως μάθημα πολιτικής οικονομίας. Η χώρα προσέλκυσε το 2025 επενδύσεις 12,86 δισ. δολαρίων, ποσό πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, όχι επειδή λύσαμε όλα τα προβλήματά μας, αλλά επειδή γίναμε λίγο πιο σοβαροί.
Αυτό είναι το εντυπωσιακό. Η Ελλάδα δεν έχει ακόμη γρήγορη δικαιοσύνη. Δεν έχει ακόμη παραγωγικό μοντέλο αντίστοιχο των δυνατοτήτων της. Δεν έχει λύσει οριστικά το ασφαλιστικό της. Δεν έχει απαλλαγεί από τη γραφειοκρατία, την πολυνομία, τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη βαθιά καχυποψία απέναντι στην επιχειρηματική επιτυχία. Παρ’ όλα αυτά, οι επενδύσεις ήρθαν.
Ήρθαν επειδή οι αγορές δεν ζητούν τελειότητα. Ζητούν κατεύθυνση. Ζητούν σταθερότητα, προβλεψιμότητα, κανόνες, ευρωπαϊκή κανονικότητα, πολιτική ηρεμία και ένα κράτος που δεν ξυπνά κάθε πρωί για να ανακαλύψει νέους εχθρούς. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η δημοσιονομική πειθαρχία και η απομάκρυνση από τη μιζέρια της προηγούμενης δεκαετίας έστειλαν ένα απλό μήνυμα. Η Ελλάδα δεν είναι πια το εργαστήριο του λαϊκισμού. Είναι μια κανονική οικονομία που προσπαθεί να ξαναμπεί στον χάρτη.
Αυτό το μήνυμα αρκούσε για να δημιουργήσει αποτέλεσμα. Τώρα ας αναλογιστούμε τι θα συμβεί αν η χώρα κάνει και τα δύσκολα.
Αν η δικαιοσύνη απονέμει αποφάσεις σε μήνες και όχι σε χρόνια, το κόστος της επένδυσης θα πέσει αμέσως. Αν το ασφαλιστικό γίνει πιο δίκαιο, πιο κεφαλαιοποιητικό και λιγότερο εχθρικό προς την εργασία, η αποταμίευση και η παραγωγή θα πάρουν ανάσα. Αν η δημόσια διοίκηση λειτουργεί ως υποδομή και όχι ως εμπόδιο, χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα μπορέσουν να μεγαλώσουν. Αν τα πανεπιστήμια, η κατάρτιση και η αγορά εργασίας συνδεθούν με την πραγματική οικονομία, η Ελλάδα δεν θα εξάγει μόνο νέους ανθρώπους. Θα εξάγει προϊόντα, υπηρεσίες, τεχνολογία και κεφάλαιο.
Το σημερινό ρεκόρ, λοιπόν, δεν είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι η απόδειξη ότι η διαδρομή υπάρχει. Και είναι επίσης μια ήσυχη διάψευση όλων όσοι επί χρόνια μας έλεγαν ότι η αγορά είναι απειλή, ότι ο επενδυτής είναι αρπακτικό και ότι η ανάπτυξη έρχεται με κρατικές διακηρύξεις. Οι επενδύσεις ήρθαν όταν η χώρα έδειξε ότι σέβεται περισσότερο τους κανόνες της οικονομίας και λιγότερο τα φαντάσματα της μεταπολιτευτικής ιδεοληψίας.
Φυσικά, δεν πρέπει να κρυβόμαστε. Πολλές επενδύσεις αφορούν εξαγορές, ενέργεια, υγεία, χρηματοπιστωτικό τομέα και τουρισμό. Οι επενδύσεις από το μηδέν παραμένουν λίγες σε σχέση με αυτό που χρειαζόμαστε. Αυτό ακριβώς όμως ενισχύει το επιχείρημα. Αν με μισές μεταρρυθμίσεις, αργούς θεσμούς και χαμηλή παραγωγικότητα πετύχαμε ιστορικό ρεκόρ, με βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές μπορούμε να κάνουμε άλμα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό. Χρειάζεται να εμπιστευθεί όσα έφεραν πλούτο σε κάθε επιτυχημένη χώρα. Ισχυρό κράτος δικαίου. Ελεύθερες αγορές. Χαμηλότερους φόρους. Ανοικτό ανταγωνισμό. Σταθερούς κανόνες. Σεβασμό στην ιδιοκτησία, στην εργασία και στο ρίσκο.
Το μέρισμα της σοβαρότητας μόλις φάνηκε. Το μέρισμα των μεταρρυθμίσεων μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο. Το ερώτημα είναι αν θα τολμήσουμε να το εισπράξουμε.
