Καλιφόρνια: Κρατικό πιστοποιητικό ομοφυλοφυλίας για προμηθευτές ΔΕΚΟ

Υπάρχουν στιγμές που η γραφειοκρατία ξεπερνά τη σάτιρα. Στην Καλιφόρνια, σύμφωνα με αποκαλυπτικό άρθρο του City Journal, οι ρυθμιζόμενες εταιρείες κοινής ωφέλειας πιέζονται να κατευθύνουν μέρος των συμβάσεών τους σε επιχειρήσεις πιστοποιημένες ως LGBT owned. Δηλαδή το κράτος, ή ακριβέστερα η ρυθμιστική του μηχανή, δεν αρκείται στο να ελέγχει τιμές, άδειες, δίκτυα, εκπομπές και επενδύσεις. Θέλει να ξέρει και τι είδους σεξουαλικό προσανατολισμό κουβαλά ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης που διεκδικεί μια σύμβαση.

Η ερώτηση κλειδί, φυσικά, είναι: πώς γίνεται μια επιχείρηση επισήμως gay; Με κατάλληλα έγγραφα! Αυτή η φράση αρκεί για να φωτίσει όλη την παράνοια της εποχής μας. Η σεξουαλικότητα, που οι φιλελεύθερες κοινωνίες ορθώς προστάτευσαν ως ζήτημα ιδιωτικής ελευθερίας, γίνεται τώρα διοικητικό προσόν. Το κράτος δεν περιορίζεται να λέει ότι κανείς δεν πρέπει να υφίσταται διακρίσεις. Προχωρά στο επόμενο βήμα. Φτιάχνει κατηγορίες, μητρώα, ποσοτικούς στόχους και κίνητρα. Μετατρέπει την ιδιωτικότητα σε φάκελο.

Αυτό δεν είναι πρόοδος. Είναι πελατειακός καπιταλισμός με προοδευτικό μανδύα. Η παλιά πολιτική μοίραζε συμβάσεις σε φίλους, κουμπάρους, κομματάρχες και προστατευόμενους επιχειρηματίες. Η νέα πολιτική τις μοιράζει σε πιστοποιημένες ταυτότητες. Το περιτύλιγμα άλλαξε. Η λογική έμεινε ίδια. Κάποιος στο κράτος αποφασίζει ότι η αγορά πρέπει να διορθωθεί σύμφωνα με έναν ιδεολογικό πίνακα.

Η φιλελεύθερη ένσταση δεν έχει τίποτα κοινό με εχθρότητα απέναντι στους ομοφυλόφιλους. Αντιθέτως, ξεκινά ακριβώς από τον σεβασμό προς την ισότητα. Ένας gay επιχειρηματίας πρέπει να μπορεί να κερδίσει μια σύμβαση επειδή προσφέρει καλύτερη τιμή, καλύτερη ποιότητα, μεγαλύτερη αξιοπιστία. Όχι επειδή το κράτος θεωρεί την ταυτότητά του εργαλείο κοινωνικής μηχανικής. Και ένας straight επιχειρηματίας δεν πρέπει να χάνει πόντους επειδή ερωτεύτηκε μέλος του «λάθους» φύλου.

Οι δημόσιες και ρυθμιζόμενες συμβάσεις πρέπει να υπηρετούν απλά κριτήρια. Ικανότητα, ποιότητα, κόστος. Σε μια εταιρεία κοινής ωφέλειας, το ζήτημα δεν είναι συμβολικό. Τα κόστη δεν εξαφανίζονται. Περνούν στους λογαριασμούς, στις επενδύσεις, στην αξιοπιστία των υπηρεσιών. Όταν μια ρυθμιστική αρχή πιέζει μια εταιρία κοινής ωφέλειας να κυνηγά κοινωνικούς στόχους μέσω προμηθειών, κάποιος πληρώνει. Συνήθως πληρώνει ο καταναλωτής που δεν έχει κανέναν λομπίστα και καμία πιστοποίηση.

Η υπόθεση δείχνει και κάτι βαθύτερο για τη σύγχρονη αμερικανική Αριστερά. Αφού κατέκτησε πανεπιστήμια, μεγάλες εταιρείες και μη κυβερνητικούς οργανισμούς, αναζητά πλέον διοικητικά κανάλια για να επιβάλλει την κοσμοθεωρία της χωρίς καθαρή δημοκρατική σύγκρουση. Δεν χρειάζεται να κρατικοποιήσει μια επιχείρηση. Αρκεί να την ρυθμίσει τόσο πυκνά ώστε να συμπεριφέρεται σαν προέκταση του κράτους.

Αυτό πρέπει να μας ενδιαφέρει και στην Ελλάδα. Διότι και εμείς γνωρίζουμε καλά πώς ξεκινούν οι εξαιρέσεις. Πρώτα ακούγονται καλοπροαίρετες. Μετά γίνονται δικαιώματα. Έπειτα μετατρέπονται σε μηχανισμούς. Στο τέλος, κανείς δεν θυμάται γιατί η ισότητα απέναντι στον νόμο αντικαταστάθηκε από τις θετικές διακρίσεις προνομιούχων ομάδων και τη γραφειοκρατική ταξινόμηση.

Η ελεύθερη κοινωνία δεν χρειάζεται κράτος που πιστοποιεί ταυτότητες σεξουαλικού προσανατολισμού για να μοιράζει δουλειές. Χρειάζεται κράτος που προστατεύει το δικαίωμα όλων να ανταγωνίζονται ανοιχτά. Όλα τα υπόλοιπα είναι προνόμια. Και τα προνόμια, ακόμη και όταν βάφονται στα χρώματα του ουράνιου τόξου, παραμένουν άδικα.