Αποτίμηση των προκριματικών στις ΗΠΑ

Οι προκριματικές στις ΗΠΑ δεν άλλαξαν απλώς κάποιες εσωκομματικές ισορροπίες. Επιβεβαίωσαν ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα παραμένει κόμμα Τραμπ, όχι μόνο ως προς τη ρητορική του, αλλά κυρίως ως προς τους μηχανισμούς πειθαρχίας του. Ο πρόεδρος δεν χρειάζεται να κερδίζει κάθε μάχη για να κυριαρχεί. Αρκεί να μπορεί να επιλέγει ποιες εσωκομματικές μάχες θα μετατρέψει σε παραδείγματα.

Το πιο καθαρό παράδειγμα ήταν η 4η βουλευτική περιφέρεια του Κεντάκι, όπου ο Τόμας Μάσι, βουλευτής από τον Νοέμβριο του 2012, έχασε από τον Έντ Γκάλρεϊν, τον υποψήφιο που στήριξε ο Τραμπ, με 54,9% έναντι 45,1%. Η περιφέρεια ήταν ασφαλώς ρεπουμπλικανική και ο Μάσι δεν ήταν κάποιος εύκολος στόχος λόγω της δημοφιλίας και μακρόχρονης θητείας του. Γι’ αυτό και η ήττα του έχει βαρύτητα πέρα από τα σύνορα του Κεντάκι. Σύμφωνα με το Reuters, η αναμέτρηση έγινε η ακριβότερη προκριματική για έδρα της Βουλής στην αμερικανική ιστορία, με περίπου 32 εκατομμύρια δολάρια να δαπανώνται σε διαφημιστικές δαπάνες εκ μέρους των δύο υποψηφίων. Όταν ξοδεύονται τέτοια ποσά για να φύγει ένας εν ενεργεία βουλευτής από μια ασφαλή περιφέρεια, δεν μιλάμε για απλή ανανέωση. Μιλάμε για πολιτική εξόντωση με μήνυμα προς όλους τους υπόλοιπους.

Ο Μάσι δεν είναι κάποιος μετριοπαθής Ρεπουμπλικανός της παλιάς σχολής, ούτε κάποιος φιλελεύθερος κεντρώος που βρέθηκε κατά λάθος στο κόμμα. Προέρχεται από το Tea Party, είναι συντηρητικός, αντικρατιστής, πολέμιος της παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής και βαθιά δύσπιστος απέναντι στην Ουάσιγκτον. Υπό άλλες συνθήκες, θα έμοιαζε φυσικό παιδί της ρεπουμπλικανικής δεξιάς. Όμως ο Μάσι δεν έχασε επειδή ήταν πολύ συντηρητικός. Έχασε επειδή συγκρούστηκε προσωπικά και δημόσια με τον Τραμπ σε θέματα που αγγίζουν νεύρα της βάσης και του ίδιου του προέδρου, από τους φακέλους Έπσταϊν μέχρι το Ιράν, την εξωτερική πολιτική και την κομματική πειθαρχία. Ταυτόχρονα, οι κατηγορίες για αντισημιτισμό λόγω της ρητορικής του γύρω από το Ισραήλ τον είχαν καταστήσει πολιτικά ακόμα πιο ευάλωτο.

Αυτό είναι και το μάθημα της ήττας του. Στο σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν αρκεί να είσαι δεξιός, αντικρατιστής ή εκλεγμένος σε ασφαλή περιφέρεια. Πρέπει να μην ανοίγεις μετωπικό πόλεμο με τον Τραμπ. Ο Γκάλρεϊν δεν χρειαζόταν να εμφανιστεί ως φορέας κάποιας νέας ιδεολογίας. Του αρκούσε να είναι το πρόσωπο της αποκατάστασης της πειθαρχίας. Αυτό το κατάλαβε η βάση, το κατάλαβαν οι δωρητές, το κατάλαβαν και οι υπόλοιποι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές που παρακολουθούσαν.

Οι άλλες προκριματικές κινούνται στην ίδια λογική, αν και με λιγότερο δραματικό τρόπο. Η νίκη του Άντι Μπαρ για την ανοιχτή έδρα του Μιτς Μακόνελ στο Κεντάκι δείχνει ότι η μετα-Μακόνελ εποχή στη γερουσία περνά πλέον μέσα από το φίλτρο του Τραμπ. Ο Μακόνελ δεν υπήρξε απλώς ένας μακρόβιος γερουσιαστής. Υπήρξε ο αρχιτέκτονας της παλιάς ρεπουμπλικανικής εξουσίας στη Γερουσία, ο άνθρωπος της θεσμικής πειθαρχίας, των δικαστικών διορισμών, των ψυχρών υπολογισμών και της κομματικής μηχανικής. Η αποχώρησή του ανοίγει κενό ιστορικό, όχι απλώς προσωπικό. Και το γεγονός ότι ο διάδοχος της γραμμής περνά μέσα από την έγκριση Τραμπ λέει πολλά για το ποιος γράφει πλέον τους κανόνες.

Στη Τζόρτζια, η εικόνα είναι πιο σύνθετη και γι’ αυτό πιο χρήσιμη για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Η πολιτεία δεν είναι ασφαλές ρεπουμπλικανικό έδαφος. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μία από τις πιο ανταγωνιστικές πολιτείες των ΗΠΑ, με κρίσιμη σημασία για τη Γερουσία και την προεδρική μάχη. Ο Μπερτ Τζόουνς, που στηρίζεται από τον Τραμπ, πέρασε σε δεύτερο γύρο για το χρίσμα του κυβερνήτη, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί θα διαλέξουν επίσης σε δεύτερο γύρο ανάμεσα στον Μάικ Κόλινς και τον Ντέρεκ Ντούλι για το ποιος θα αντιμετωπίσει τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Τζον Όσοφ. Εκεί δεν τίθεται απλώς το ερώτημα ποιος είναι πιο κοντά στον Τραμπ. Τίθεται το κρίσιμο ερώτημα αν οι υποψήφιοι που επιβιώνουν μέσα στο τραμπικό οικοσύστημα μπορούν μετά να κερδίσουν ψηφοφόρους έξω από αυτό, δηλαδή ανεξάρτητους, κατοίκους των προαστίων, και μετριοπαθείς που συχνά αποφασίζουν τις εκλογές σε πολιτείες όπως η Τζόρτζια.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών του Νοεμβρίου. Οι προκριματικές ανταμείβουν την πειθαρχία, την ένταση και την καθαρή ταυτότητα. Οι γενικές εκλογές απαιτούν κάτι πιο δύσκολο: διεύρυνση χωρίς αποστράτευση της βάσης. Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν λόγους να πιστεύουν ότι μπορούν να πάνε καλά στη μάχη για τη Γερουσία και να διατηρήσουν την πλειοψηφία τους, αλλά δεν έχουν την πολυτέλεια να υποτιμήσουν τη σημασία της ποιότητας των υποψηφίων τους. Η οργή της βάσης μπορεί να δώσει χρίσματα. Δεν αρκεί πάντα για να δώσει πλειοψηφίες.

Η Τζόρτζια θα είναι το καθαρότερο τεστ αυτής της υπόθεσης. Αν οι Ρεπουμπλικανοί βγάλουν υποψήφιο που ενώνει τη βάση χωρίς να τρομάζει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους της Ατλάντα, μπορούν να κερδίσουν. Αν όμως βγάλουν υποψήφιο που μιλά μόνο στο εσωκομματικό κοινό, θα δώσουν στον Δημοκρατικό υποψήφιο Όσοφ το άνοιγμα που χρειάζεται.

Το ίδιο ισχύει για Μίσιγκαν, Νιου Χάμσαϊρ και Βόρεια Καρολίνα. Η πολιτική συγκυρία μπορεί να ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς, διότι έχουν προβάδισμα στις περισσότερες από τις 35 πολιτείες που θα εκλέξουν νέους γερουσιαστές το Νοέμβριο, αλλά οι υποψήφιοι εξακολουθούν να μετρούν. Ο Τραμπ απέδειξε ξανά ότι μπορεί να επιβάλει πειθαρχία στο κόμμα του. Τον Νοέμβριο θα φανεί αν αυτή η πειθαρχία παράγει εκλογική πλειοψηφία ή αν περιορίζει το κόμμα ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται να απλωθεί πέρα από τον εαυτό του.

Ο Αλέξανδρος Σκούρας είναι πολιτικός αναλυτής και αρθρογράφος του Liberal.gr