Το μάτι που πολίτη «γυαλίζει» και το μυαλό του θολώνει όταν ακούει για μισθούς 5.000 ευρώ που θα γίνουν 11.000 και για καταβλητέα διαφορά μισθοδοσίας 245.000 ευρώ. Και όλα αυτά στον χώρο του Δημοσίου. «Γυαλίζει» το μάτι του διότι αυτά τα νούμερα ακούγονται εξωπραγματικά, μυθικά, για τη δική του ζωή κι ας έχει μεταπτυχιακούς τίτλους κι ας μιλά ξένες γλώσσες. 245.000 ευρώ εφ΄άπαξ «αέρα—πατέρα» δε θα τα δει ποτέ στον εργασιακό του βίο. Στον ιδιωτικό τομέα τέτοιες αμοιβές λαμβάνουν στελέχη με σημαντική προϋπηρεσία, δηλαδή στελέχη που έχουν, στον χρόνο, ιδρώσει τη φανέλα τους.
Αλλά στο Δημόσιο; Το ερώτημα δεν είναι με τι κριτήρια επιλέγονται αυτοί οι δημόσιοι υπάλληλοι για αυτές τις ακριβοθώρητες θέσεις, αλλά οι διαδικασίες. Διότι τα προσόντα της συζύγου του κ. Φαραντούρη τα έχουν και εκατοντάδες άλλες κοπέλες. Πώς επιλέχθηκε η εν λόγω κυρία;
Ανοίγω παρένθεση. Σκοπίμως χρησιμοποίησα το ρήμα «επιλέχθηκε», παθητική φωνή του επιλέγω. Ενίοτε, χρησιμοποιούμε παθητική φωνή όταν θέλουμε να αποφύγουμε να αναφερθούμε στο ποιος ενεργεί. Αυτό το δηλώνει το ποιητικό αίτιο. Επιλέχθηκε από τον Χ. Διορίστηκε από τον Ψ. Σκέτο το ρήμα δείχνει την πρόθεσή μας να αποκρύψουμε—για τους δικούς μας λόγους-- την ταυτότητα αυτού που έδρασε (ποιητικό αίτιο). Πάντως αυτό που γνωρίζω είναι πως αθώα απόκρυψη δεν υπάρχει. Πίσω από κάθε απόκρυψη υπάρχει μια σκοπιμότητα, ίσως και δολιότητα.
Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι. Συνεπώς το ερώτημα είναι ποιοι μετέθεσαν τη σύζυγο του κ. Φαραντούρη στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Διότι δεν πήγε μόνη της, ούτε τη μετέθεσε ο Ανδρουλάκης ή ο Φάμελλος.
Διαβάζω -και δε θέλω να το πιστέψω- πως η σχετική πράξη φέρει την υπογραφή δύο πρωτοκλασάτων υπουργών της κυβέρνησης. Αν είναι αλήθεια, διερωτώμαι γιατί έγινε αυτή η μετάθεση που προκάλεσε τόσα πολλά αρνητικά σχόλια; Είχαν κάποια υποχρέωση στον κ. Φαραντούρη; Ξεπληρώνουν κάποιο αφανές γραμμάτιο; Διότι, εξ όσων θυμάμαι, ο εν λόγω ευρωβουλευτής ήταν διαπρύσιος υποστηρικτής της θεωρίας του ξυλολίου.
Ή μήπως συμβαίνει κάτι χειρότερο! Μια εξυπηρέτηση entre nous, δηλαδή μεταξύ μιας ευρύτερης παρέας, μιας αδελφότητας θα τολμούσα να πω, που διακατέχεται από την απαραίτητη αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει αυτές τις αδελφότητες.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν η υπόθεση της νεκρής Μαρίας «έκαιγε», βρέθηκα στην Αθήνα με υπουργό με τον οποίο συζητήσαμε το θέμα. Ήταν καυστικός προς την εκπρόσωπο της ΜΚΟ που έφερε τους 38 μετανάστες και προς τον δημοσιογράφο που διακίνησε την ψευδή είδηση. Όταν του ανέφερα το όνομα του υπεύθυνου της ΜΚΟ και τις δικές του αυτονόητες ευθύνες - βαρύ όνομα, με ιστορία, στην αθηναϊκή κοινωνία - διαπίστωσα πως τον αποκαλούσε με το υποκοριστικό του. Δεν υπήρχε απλώς μια γνωριμία. Υπήρχε οικειότητα. Όταν ο κατήγορος αποκαλεί με αυτόν τον τρόπο τον κατηγορούμενο, το παιχνίδι φαίνεται σικέ.
Τέτοιες συμπεριφορές, σαν αυτές που προανέφερα, ενισχύουν τον λαϊκισμό και την ισοπέδωση που συμπυκνώνεται στο «κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει» και στο «όλοι ίδιοι είναι». Καλές είναι οι αδελφότητες αρκεί να μην προκαλούν και οι εξυπηρετήσεις τους να μην παραβιάζουν την ισονομία, όπως συνέβη με την περίπτωση Φαραντούρη.
