Γνωστός για τα μακρά μονοπλάνα του και τις ασπρόμαυρες ταινίες του που απεικονίζουν ερημωμένα τοπία, ο θρυλικός Ούγγρος σκηνοθέτης, Μπέλα Ταρ, πέθανε σήμερα σε ηλικία 70 ετών, όπως ανακοίνωσε εκ μέρους της οικογένειάς του ο σκηνοθέτης Μπένεντεκ Φλίγκαουφ.
Ο δάσκαλος του ουγγρικού κινηματογράφου, που πέθανε έπειτα από μακρά ασθένεια, είναι γνωστός για το συχνά σκοτεινό έργο του, ανάμεσα στο οποίο ξεχωρίζει το «Satantango» («Το τανγκό του Σατανά», 1994), επτάωρη ταινία για την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και την υλική και πνευματική της παρακμή, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Λάσλο Κρασναχορκάι (László Krasznahorkai), στενού και τακτικού συνεργάτη του.
«Πέθανε ο πιο ελεύθερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ», δηλώνει ο δήμαρχος της Βουδαπέστης Γκέργκελι Καρασόνι σε ανακοίνωσή του μιλώντας για την αγάπη του για «αυτό που είναι η ουσία στον: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Béla Tarr, 1955-2026 🤍 pic.twitter.com/KkgIQ8DPbW
— Sight and Sound magazine (@SightSoundmag) January 6, 2026
Γεννημένος στις 21 Ιουλίου 1955 στην πόλη Πεκς της νοτιοδυτικής Ουγγαρίας, ο Μπέλα Ταρ γύρισε την πρώτη του ερασιτεχνική ταινία για ρομά εργάτες σε ηλικία δεκαέξι ετών, δείχνοντας ήδη τότε την κοινωνική του δέσμευση.
Έξι χρόνια αργότερα, το 1977, δημιουργούσε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Οικογενειακή φωλιά», με τη στήριξη του πειραματικού κινηματογραφικού στούντιο Bela Balazs στην Βουδαπέστη, όπου είχε σπουδάσει σκηνοθεσία.
Béla Tarr (1955 - 2026) pic.twitter.com/79pndIby92
— MUBI France (@mubifrance) January 6, 2026
Είναι δημιουργός της πρώτης ανεξάρτητης ουγγρικής ταινίας μεγάλου μήκους με τίτλο «Κατάρα», που προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 1988, σε σενάριο που συνυπέγραψε με τον Λάσλο Κρασναχορκάι.
«Είχα την τύχη να βρω τον δρόμο μου για να επιβιώσω: να κάνω ταινίες, αυτό είναι το δικό μου πράγμα», δήλωνε το 2005 στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro.
Adieux au réalisateur hongrois Béla Tarr.
— Karine M. Donelle (@KarineMDonelle) January 6, 2026
Son ultime film, Le Cheval de Turin, qui contemple le quotidien sinistre de deux fermiers tâchant de survivre dans une ambiance de fin du monde, compte parmi mes expériences cinématographiques les plus marquantes. pic.twitter.com/9UPPeuFy3M
Εκείνος που συχνά παρουσιαζόταν ως «ο ούγγρος Ταρκόφσκι» γύρισε επίσης τον «Μάκβεθ» το 1982 και τις «Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ», που παρουσιάστηκαν με επιτυχία στις Κάννες το 2000.
Μετά την τελευταία του μεγάλου μήκους ταινία Το άλογο του Τορίνο, το 2011, είχε ανακοινώσει την αποχώρησή του από τον κινηματογράφο, γυρίζοντας στη συνέχεια μόνο δύο ταινίες μικρού μήκους και προτιμώντας να διδάσκει κινηματογράφο στην Ουγγαρία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.
«Εκανα όσα ήθελα», εκμυστηρεύθηκε το 2019 στο ουγγρικό εβδομαδιαίο περιοδικό HVG.
