Στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, εκεί που η Ρωμιοσύνη αναπνέει μέσα από ναούς, σχολεία, παραδόσεις και αφηγήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά και συνθέτουν τη ζωή του Ρωμιού της Πόλης, ένα νέο όραμα επιχειρεί να γεφυρώσει το παρελθόν με το μέλλον. Ο Βύρων Νικολαΐδης, ένας παγκόσμιος επιχειρηματίας, στον νευραλγικό τομέα των πιστοποιήσεων, με βαθιά συνείδηση της ιστορικής ευθύνης, αναδεικνύεται σε σύγχρονο ευεργέτη της Πόλης, προτείνοντας ένα φιλόδοξο σχέδιο για την αναζωογόνηση της ελληνικής παρουσίας.
Η αφετηρία υπήρξε συμβολική αλλά και ουσιαστική. Στα θυρανοίξια της Παναγίας του Μπαλίνου, σε μια τελετή φορτισμένη με συγκίνηση και ιστορική βαρύτητα, ο κ.Νικολαΐδης, που χρηματοδότησε την αποκατάσταση του ναού, δεν περιορίστηκε σε έναν εορταστικό λόγο. Αντίθετα, παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο, οραματικό σχέδιο, που φιλοδοξεί να επαναφέρει τη Ρωμιοσύνη ως ζωντανό, δημιουργικό κύτταρο της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης.
Η μελέτη του σχεδίου έχει ήδη ολοκληρωθεί και εκπονήθηκε από κοινού από την Ernst & Young Ελλάδος και Τουρκίας, στηριζόμενη σε μια «θετική ατζέντα»: όχι σε όσα χωρίζουν τις δύο χώρες, αλλά σε όσα μπορούν να τις φέρουν πιο κοντά. Στον πυρήνα της βρίσκονται η ενίσχυση των πολιτιστικών ανταλλαγών, η ανάπτυξη συνεργασιών και η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα ενθαρρύνει Έλληνες να επιστρέψουν ή να εγκατασταθούν στην Πόλη.
«Μιλάμε για αρκετές χιλιάδες Έλληνες μέσα στα επόμενα χρόνια», σημειώνει ο ίδιος, υπογραμμίζοντας ότι το σχέδιο προχωρά σταθερά, «με έναν βηματισμό που δείχνει πως πατάμε σε μια βάση». Δεν πρόκειται για μια ρομαντική αναπόληση, αλλά για μια ρεαλιστική πρόταση που στηρίζεται σε ιστορικά δεδομένα. Ο ελληνισμός, όπως επισημαίνει ο Κωνσταντινουπολίτης Βύρων Νικολαϊδης, γόνος Ρωμιών εκπαιδευτικών, διαχρονικά κινήθηκε με γνώμονα τις οικονομικές και επαγγελματικές ευκαιρίες. Το παράδειγμα της διασποράς είναι ενδεικτικό. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι το Ντουμπάι, όπου η ελληνική κοινότητα αυξήθηκε θεαματικά μετά την οικονομική κρίση, οι Έλληνες ακολούθησαν τις προοπτικές. «Αντίστοιχα, η Κωνσταντινούπολη μπορεί να αποτελέσει έναν νέο πόλο έλξης», τονίζει, «καθώς μέρος του σχεδίου αναζωογόνησης της Ρωμιοσύνης εδράζεται σε μια άλλη βάση, που είναι το άνοιγμα θέσεων εργασίας και εγκατάστασης με ελκυστικούς όρους».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στον τομέα της εκπαίδευσης. Η Τουρκία διαθέτει πλέον περισσότερα από σαράντα αγγλόφωνα πανεπιστήμια υψηλού επιπέδου, ενώ καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο στις αιτήσεις ξένων φοιτητών, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά το Ηνωμένο Βασίλειο. «Όταν πάνω από 100.000 Έλληνες σπουδάζουν σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν ακόμη και 5.000 από αυτούς επιλέξουν την Κωνσταντινούπολη, πηγαίνοντας σε πολύ καλά πανεπιστήμια τα οποία στοιχίζουν και πολύ- πολύ λιγότερο, μιλάμε για μια εξαιρετική ευκαιρία», σημειώνει, προσθέτοντας με ειλικρίνεια: «Εγώ με χαρά θα έστελνα τα παιδιά μου εδώ».
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει εύλογο. Είναι η Πόλη έτοιμη να υποδεχθεί ξανά τη Ρωμιοσύνη; Ο κ. Νικολαΐδης δεν αποφεύγει τις δύσκολες ιστορικές αναφορές, από τα γεγονότα του 1955 έως τις ταραγμένες δεκαετίες που ακολούθησαν, το 1964 και το 1974. Ωστόσο, επιλέγει να δει το παρόν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα.
«Η Κωνσταντινούπολη σήμερα είναι μια μητρόπολη 20 εκατομμυρίων ανθρώπων, ο πληθυσμός για τον οποίο λέμε να έρθει εδώ είναι μερικές χιλιάδες. Οι σημερινοί κυβερνώντες, επειδή τους αρέσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία - η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν πάντα θετικά διακείμενη στις μειονότητες για αυτό και επί 400 χρόνια όλες οι μειονότητες, υπό την προϋπόθεση ότι πλήρωναν τους φόρους τους, ανθούσαν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Άρα μέσα σε αυτό το πνευματικό πλαίσιο πολύ καλά το βλέπουν και το αντιμετωπίζουν και δεν βλέπουν και καμία απειλή, ίσα- ίσα θα ήθελαν πολύ περισσότερη πολυπολιτισμικότητα».
Η επιστροφή της Ρωμιοσύνης δεν παρουσιάζεται ως νοσταλγική αναβίωση, αλλά ως σύγχρονη, δυναμική συνύπαρξη. Μια συνύπαρξη που μπορεί να ενισχύσει την πολιτιστική πολυφωνία της Πόλης και να δημιουργήσει νέες γέφυρες ανάμεσα στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη. Σαφώς το σχέδιο προϋποθέτει τη λήψη αποφάσεων εκ μέρους των ηγεσιών των δύο χωρών, οι οποίες εμφανίζονται, κατ΄αρχάς, θετικές ως προς αυτή την προοπτική.
«Από αυτούς τους χιλιάδες Έλληνες που θα έρθουν ακόμα και να μην μείνουν όλοι, ο αριθμός που τελικά θα παραμείνει θα αποτελέσει τη μαγιά για την ανάπτυξη και επέκταση του ελληνισμού στην Πόλη».
Το όραμα του Βύρωνα Νικολαΐδη, ιδρυτή του διεθνούς «κολοσσού» PeopleCert, δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις. Υπόσχεται, όμως, κάτι βαθύτερο. Την πιθανότητα μιας επιστροφής που δεν θα κοιτά μόνο πίσω, αλλά θα περπατήσει μπροστά πατώντας στις στέρεες βάσεις της γλώσσας, της παράδοσης και της πίστης, με την ύψιστη πνευματική καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α’. Και ίσως, μέσα από αυτή τη διαδικασία, η Ρωμιοσύνη να βρει ξανά τη θέση της εκεί όπου κάποτε άνθισε και μεγαλουργούσε, όχι ως σκιά του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανή παρουσία στο παρόν και το μέλλον της Πόλης.
