field_kentriki_fotografia
Οι Υπνοβάτες του Πετρόκαμπου

Έναν ολόκληρο κόσμο με θυμωμένα αγκάθια, λιθάρια ύποπτα και σκορπιούς στήνει στη μέση του πουθενά ο Γιάννης Ξανθούλης αυτή τη φορά στο καινούργιο του μυθιστόρημα, με έναν μοναχικό ήρωα που ονειρεύεται τη Σανγκάη του και έναν αποσυνάγωγο ξάδελφο που, όμως, προκόβει στην ξενιτειά ως ηθοποιός πορνογραφικών ταινιών και επιστρέφει μετά θάνατον στο χωριό, ως ο μεγάλος ευεργέτης πια, διεκδικώντας ωστόσο το οφειλόμενο μουσείο. Θα μπορούσαμε να πούμε το πιο μαγικό βιβλίο του συγγραφέα, αν το ίδιο δεν λέγαμε κάθε φορά για κάθε καινούργιο βιβλίο του. Τρελή φαντασία, γέλιο μέχρι λιποθυμίας και μια βαθύτατη στο κέντρο αγιάτρευτη απελπισία. Το τραγικό της ύπαρξης, σε μια τρελή τρελή κωμωδία.

Γιάννης Ξανθούλης «Ονειρεύτηκα τη Σαγκάη», εκδ. Διόπτρα, σελ.388

«….αγκάθια θυμωμένα και λιθάρια ύποπτα. Κι από κάτω οι σκορπιοί η κατ’ εξοχήν πανίδα του τόπου».

«Πουλάω το πατρικό μου όσο όσο. Αν έχεις κανέναν που ενδιαφέρεται, σφύρα μου. Θέλει η κόρη μου να φτιάξει καινούργιο λουτροκαμπινέ, πρέπει κι εγώ να βάλω μασέλα. Χάλια είναι τα δόντια μου! Και κοστίζουν συνήθως ένα φόρτωμα λεφτά…»

Ακόμα κι εγώ που διαβάζοντάς τον κλαίω με μαύρο δάκρυ, αυτή τη φορά χτυπιόμουν απ’ τα γέλια μονάχη μου μέσα στην άγρια νύχτα. Γέλια κόκκινα, βροντερά.

Για το βιβλίο του, ενημερωνόμαστε εξ αρχής από τον συγγραφέα:

Ένα απρόσμενο γράμμα από τη Γερμανία θα αναστατώσει τον Πετρόκαμπο. Το ξεχασμένο, όλο πέτρες και σκορπιούς, χωριό στην ενδοχώρα. Κάποτε διέθετε προοπτικές ευημερίας σαν κεφαλοχώρι, όμως μετά ακολούθησε κι αυτό τη μοίρα άλλων ελληνικών χωριών. Παρ’ όλα αυτά, διατηρούσε μια αποκλειστικότητα άγνωστη στους πολλούς: την υπνοβασία. Με το γράμμα, απέκτησε και μια δεύτερη, χάρη στον αποστολέα, τον Απόστολο (Λάκη) Μπούγα, γιο της θρυλικής μαμής Σεβαστιανής, που είχε αναδειχθεί σε αστέρα ερωτικών ταινιών. Έφυγε σχεδόν παιδί από το χωριό για τη Γερμανία, όπου και διέπρεψε. Ετοιμοθάνατος, συντάσσει τη διαθήκη του, αφήνοντας τη σχεδόν αμύθητη περιουσία του στον Πετρόκαμπο. Με προϋποθέσεις. Πρώτη και καλύτερη, από μια άποψη, να ιδρυθεί μουσείο στο όνομά του με τις καλλιτεχνικές επιδόσεις του – και όχι μόνο.



Αποδέκτης της επιστολής με τα καυτά νέα, ο μακρινός (και μόνος εν ζωή) συγγενής του στο χωριό, ο Πέτρος Μακκαβαίος. Ο Μακκαβαίος, που θα γίνει ο «συναισθηματικός κρίκος» μεταξύ του αείμνηστου σταρ και των φιλόδοξων έργων στον Πετρόκαμπο, μόλις διάβασε τις επιθυμίες του Απόστολου, ένιωσε κάτι παραπάνω από ρίγος να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Κι ας ήταν Ιούλιος, κατακαλόκαιρο. Διαισθάνθηκε αμέσως ότι η ζωή του θα άλλαζε, χωρίς όμως να φαντάζεται πόσο. Γιατί μιας τέτοιας ευεργεσίας… μύρια άλλα περίεργα έπονται. Όταν μάλιστα στην ιστορία ανακατευτεί και η Σανγκάη, ε, τότε τα πράγματα υπερβαίνουν προκλητικά τη φαντασία ενός συνηθισμένου μοναχικού άντρα που δροσιζόταν με λεμονάδες…

Η ιστορία αρχίζει με τον Πέτρο Μακκαβαίο να διαβάζει την επιστολή,- όλοι οι άντρες στο χωριό είναι Πέτροι και όλες οι γάτες πετρούλες,- και να βραχυκυκλώνει. Αδυνατώντας να φανταστεί το τι μέλλει γενέσθαι, πηγαίνει στον πρόεδρο του χωριού κατ’ αρχάς και κατόπιν στον ιερέα. Ο «κρατικός μηχανισμός» του Πετρόκαμπου παίρνει μπρος, οι Γερμανοί δικηγόροι ενημερώνουν για τα διαδικαστικά, στο χωριό πληθαίνουν τα όσα θαυμαστά (υπνοβασίες, παιδιά αγνώστου πατρός, δοξασίες ξεφεύγουν απ’ το σεντούκι του θρύλου και λειτουργούν ωσεί παρόν), κι ένα γαϊτανάκι αλυσιδωτών αντιδράσεων παίρνει μπροστά που και ο πιο ευφάνταστος νους δεν δύναται να μαντέψει το πού θα σκοντάψει ή θα σταματήσει. Εκκλησία, πρόεδροι δυο χωριών, δικηγόροι, παπάς, υπνοβάτες, κόρες ανύπαντρες, παντρεμένες, νύφες και γαμπροί, ένας θίασος που όρκο θα πάρουμε ό,τι τίποτα δεν μας θυμίζει, θα χαριστούν γενναιόδωρα σε όλους εμάς με τέτοια δύναμη και δυναμική, που θα χρειαστεί επαρκούσα απελπισία στο τέλος και πικρή αυτογνωσία για να διαρρήξουμε το απολαυστικότατο πρώτο επίπεδο.

Ο Γιάννης Ξανθούλης αυτή τη φορά δημιουργεί ένα σύμπαν. Με μεγάλες δόσεις φαντασίας και μαγικού ρεαλισμού, εφευρετικός όσο ποτέ στα συγγραφικά ευρήματα και υπερβατικός, στήνει μια κωμωδία στα όρια της μπαλαφάρας, -τις παλιές καλές ασπρόμαυρες ιταλικές ταινίες είχε κατά νου,- για να καλύψει τη θλίψη του όσον αφορά τη δική μας μεγάλη εικόνα. Εξ άλλου μαζί μας είναι εξ αρχής και όπως πάντα ειλικρινής.

«Η ιστορία που θα διαβάσετε, όσοι έχετε τη δέουσα υπομονή, διαδραματίστηκε λίγο μετά τη νομισματική μας ένταξη στον δραματικό λογιστικό νευρώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λίγο προ της αλώσεως της Ελλάδας από την τεχνολογία και ό,τι αυτό σήμαινε τα χρόνια που ακολούθησαν.

»Όλοι καταλαβαίναμε πως κάτι θα άλλαζε ριζικά στις ζωές μας, όμως δεν τολμούσαμε να φανταστούμε μεγέθη, ταχύτητες και επιδράσεις. Πάντως οι άνθρωποι- και κυρίως οι κάτοικοι ενός ιδιόρρυθμου χωριού, του Πετρόκαμπου- μέχρι τη στιγμή που γραφόταν η πρώτη σελίδα ζούσαν σε μια μακάρια νάρκη λόγω ζέστης, χαρακτήρος και συνθηκών. Το ίδιο και οι πέτρες και οι σκορπιοί, που αφθονούσαν στον τόπο τους. Έπειτα όλα άλλαξαν’ εκτός από τον χαρακτήρα των σκορπιών».

Μας είχε ήδη ενημερώσει από την πρώτη πρώτη σελίδα.

Και μετά αρχίζει η ιστορία και η αναγνωστική… αμνησία. Θα τον λατρέψουμε εκείνον το τόπο για τα γέλια και τις ανατροπές, και οι ήρωες θα γίνουν για αρκετή ώρα οι απίθανοι φίλοι και συγγενείς μας. Επειδή: Έναν ολόκληρο κόσμο με θυμωμένα αγκάθια, λιθάρια ύποπτα και σκορπιούς στήνει στη μέση του πουθενά ο Γιάννης Ξανθούλης αυτή τη φορά στο καινούργιο του μυθιστόρημα με έναν μοναχικό ήρωα που ονειρεύεται τη Σαγκάη του. Και με έναν αποσυνάγωγο ξάδελφο που όμως προκόβει στην ξενιτειά ως ηθοποιός πορνογραφικών ταινιών και επιστρέφει μετά θάνατον στο χωριό, ως ο μεγάλος ευεργέτης, διεκδικώντας ωστόσο το οφειλόμενο μουσείο.

Θα μπορούσαμε να πούμε το πιο μαγικό βιβλίο του συγγραφέα, αν το ίδιο δεν λέγαμε κάθε φορά για κάθε καινούργιο βιβλίο. Τρελή φαντασία, γέλιο μέχρι λιποθυμίας και μια βαθύτατη στο κέντρο αγιάτρευτη απελπισία. Κανένας άλλος δεν εκφράζει τόσο κωμικά το τραγικό της ύπαρξης και την εθνική μας μοναξιά. Εν κατακλείδι, ο πλέον αιρετικός και βέβηλος Ξανθούλης.

Το «Διαλύοντας τον Χάρι» του Γούντι Άλεν με εκείνον τον συγγραφέα που απαγάγει τον γιό του, και με έναν καρδιοπαθή και μια νέγρα πόρνη πηγαίνει στο σχολείο απ’ όπου τον έδιωξαν όταν ήταν παιδί για να βραβευτεί, μου θύμισε κάποια στιγμή, αλλά ο μοναδικός Γιάννης Ξανθούλης εν τέλει δεν μοιάζει με κανένα.

Διαβάστε το και χαρείτε το. Κι αφήστε τα μέσα επίπεδα για στιγμές μοναχικές, αυτομαστιγώματος και αυτογνωσίας.