Πολιτική αστάθεια και συστηματικός κίνδυνος: Πλησιάζουμε επικίνδυνα στις διαχρονικές μας σταθερές

Πολιτική αστάθεια και συστηματικός κίνδυνος: Πλησιάζουμε επικίνδυνα στις διαχρονικές μας σταθερές

Η πολιτική σταθερότητα συνιστά κρίσιμο ενδογενή μηχανισμό που καθορίζει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών οικονομικής ανάπτυξης και παραγωγικού μετασχηματισμού. Οι θεσμοί, ως το σύνολο των τυπικών και άτυπων κανόνων που οργανώνουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, διαμορφώνουν τα κίνητρα των οικονομικών δρώντων, μειώνουν το κόστος συναλλαγών και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για επενδύσεις, καινοτομία και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα δυναμικά πολιτικά και οικονομικά συστήματα ενισχύουν τη συμμετοχή, την ασφάλεια δικαιωμάτων και τη μακροχρόνια παραγωγική αναβάθμιση, ενώ τα εκμεταλλευτικά θεσμικά καθεστώτα αναπαράγουν στασιμότητα και χαμηλή παραγωγικότητα. 

Η έννοια της «Kafkaesque Equilibrium» περιγράφει έναν αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο στον οποίο η πολιτική αστάθεια οδηγεί σε νομοθετική υπερπαραγωγή, κανονιστική πολυπλοκότητα και διοικητική συμφόρηση. Η υπερφόρτωση της δημόσιας διοίκησης μειώνει την κρατική ικανότητα εφαρμογής πολιτικών, επιδεινώνει την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και ενισχύει περαιτέρω την κοινωνική δυσαρέσκεια και τη θεσμική δυσπιστία. Στην ελληνική περίπτωση, η ιστορική εμπειρία πολιτικής αστάθειας, η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς και η διαχρονική διοικητική δυσλειτουργία συγκροτούν ένα καθεστώς ιστορικής εξάρτησης (path dependency) που δυσχεραίνει τη μετάβαση σε ένα καινοτομικό και υψηλής προστιθέμενης αξίας παραγωγικό πρότυπο.

Είναι κεντρικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος ότι ο συστημικός κίνδυνος δεν αποτελεί εξωγενές, περιστασιακό φαινόμενο, αλλά μια επαναλαμβανόμενη διαρθρωτική κατάσταση που επιβεβαιώνεται σε αξιοσημείωτα τακτά χρονικά διαστήματα από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η μακροπρόθεσμη πορεία της ελληνικής οικονομίας και πολιτικής διαμόρφωσε μέσα από επαναλαμβανόμενες ρήξεις – πολέμους, αλλαγές καθεστώτων, δημοσιονομικές καταρρεύσεις και κρίσεις εκπροσώπησης – που εμποδίζουν την εδραίωση οποιασδήποτε παρατεταμένης περιόδου θεσμικής σταθερότητας. Όταν τα ιστορικά στοιχεία από το 1821 έως σήμερα συγκεντρώνονται σε ένα ενιαίο μητρώο συστημικών ρήξεων — που περιλαμβάνει τόσο στρατιωτικές εμπλοκές (πόλεμοι, εκστρατείες και οξείες στρατηγικές κρίσεις) όσο και πολιτικο-θεσμικές κρίσεις (εμφύλιοι πόλεμοι, πραξικοπήματα, συνταγματικές ρήξεις και κρίσεις συστημικής νομιμότητας) — ο αθροιστικός αριθμός ανέρχεται σε περίπου τριάντα έξι σημαντικά γεγονότα σε διάστημα περίπου δύο αιώνων.

Αυτό μεταφράζεται σε μέσο διάστημα μεταξύ κρίσεων περίπου 5,7 ετών, δηλαδή περίπου μία σημαντική συστημική ρήξη κάθε πέντε έως έξι χρόνια, ενώ κατά τις πιο ασταθείς υποπεριόδους (τα μεσοπολεμικά έτη και ο κύκλος 1941–1974) η συχνότητα αυξάνεται σε μία ρήξη κάθε τρία έως τέσσερα χρόνια.

Η ιστορική κανονικότητα της Ελλάδας δεν είναι η σταθερότητα που διακόπτεται από κρίσεις, αλλά η κυκλική εναλλαγή μεταξύ σταθεροποίησης, ρήξης, αποσταθεροποίησης και ανασυγκρότησης. Η αναγνώριση αυτού του μοτίβου είναι απαραίτητη για την ερμηνεία τόσο της ανθεκτικότητας όσο και της επαναλαμβανόμενης ευπάθειας της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο της ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτικοοικονομικής αρχιτεκτονικής.

Συγχρόνως όμως είναι μία προειδοποίηση ότι πλησιάζουμε επικινδύνως τις «διαχρονικές μας σταθερές». Μήπως θα έπρεπε τουλάχιστον η γνώση και το καινούργιο γεωστρατηγικό και οικονομικό περιβάλλον να μας βοηθήσει να τις διορθώσουμε; 


*Ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης είναι Ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ. Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ