Η δημόσια συζήτηση για την υγεία στην Ελλάδα αρχίζει και τελειώνει σε κύκλους καταγγελιών και αποσπασματικών ειδήσεων και αφορισμούς, εξαντλούμενη σε αυτό το επίπεδο που «δημοσιογραφικά» ίσως αποδίδει. Πίσω όμως από τους τίτλους των εφημερίδων για τις εφημερίες που «καίγονται» και τις λίστες αναμονής που ταλαιπωρούν, κρύβεται μια βαθιά διαρθρωτική παθογένεια: η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη ιατρικού δυναμικού, αλλά πάσχει από ένα «κενό» στην οργάνωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ).
Στην Ελλάδα υπάρχουν 68.750 εγγεγραμμένοι ιατροί και καταγράφεται η υψηλότερη αναλογία με 660 ιατρούς ανά 100.000 κατοίκους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λογικά η Ελλάδα θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο υγειονομικής ασφάλειας. Η πραγματικότητα, όμως, στα 73 νοσοκομεία που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης, είναι διαφορετική.
Το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό, αλλά χωροταξικό. Η υπερσυγκέντρωση ιατρών στα μεγάλα αστικά κέντρα και στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία των Αθηνών, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας ακολουθεί την ιδιαίτερη πληθυσμιακή κατανομή που παρουσιάζει η χώρα με αποτέλεσμα να είναι προβληματική η κατάσταση ορισμένων Νομαρχιακών δευτεροβάθμιων νοσοκομείων. Ειδικά οι παθολογικές και αναισθησιολογικές κλινικές στις νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές στενάζουν υπό το βάρος της υποστελέχωσης. Ευτυχώς που η πρόσφατη προκήρυξη 1.131 θέσεων ιατρών του ΕΣΥ προσέλκυσε πάνω από 2.000 αιτήσεις λόγω κάποιας αυξημένης κινητροδότησης.
Ακόμα κι έτσι το πρόβλημα υποστελέχωσης των κλινικών του ΕΣΥ σε αυτές τις περιοχές παραμένει αλλά και η εκεί παρουσία ιδιωτών πολλές φορές δεν επαρκεί να ισοσταθμίσει την κατάσταση.
Η εκάστοτε πολιτική ηγεσία γνωρίζει προφανώς και η σημερινή νομίζω κατανοεί ακόμη καλύτερα ότι η διαρθρωτική αλλαγή του ΕΣΥ απαιτεί την αναβάθμιση των περιφερειακών πανεπιστημιακών νοσοκομείων σε προσωπικό και εξοπλισμό, γύρω από τα οποία θα λειτουργούν τα δευτεροβάθμια νομαρχιακά νοσοκομεία και θα υποχρεούνται να παραπέμπουν απολύτως αιτιολογημένα εκεί τα περιστατικά τα οποία αδυνατούν να καλύψουν.
Το αυτό ισχύει και για παραπομπές από τα περιφερειακά πανεπιστημιακά νοσοκομεία σε νοσοκομεία του κέντρου. Μόνον έτσι θα καταγράφονται οι αδυναμίες του συστήματος αλλά και οι ανεπάρκειες του ιατρικού προσωπικού. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξουν αέναες βελτιώσεις λειτουργίας του ΕΣΥ που θα οδηγούν σε συνεχείς και στοχευμένες διορθωτικές παρεμβάσεις. Τέλος θα πρέπει να συζητηθεί κάποια στιγμή σοβαρά και ο πραγματικός ρόλος των ειδικευομένων ιατρών εντός του ΕΣΥ.
Οι ειδικευόμενοι είναι εκεί πρωτίστως για να εκπαιδεύονται και για να παρέχουν κλινικό έργο κυρίως εντός του πλαισίου της εκπαίδευσης και δευτερευόντως για διοικητικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Τα νοσοκομεία και οι κλινικές πρέπει να σταματήσουν να ζητούν ειδικευόμενους για την επονομαζόμενη καθημερινή «λάντζα». Αυτή η καθημερινή κλινική και διοικητική λειτουργία θα πρέπει να πραγματοποιείται από κλινικούς ειδικευμένους ιατρούς με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή με την μορφή των «επικουρικών» όπως ισχύει σήμερα που στην ουσία είναι ακριβώς αυτό: συμβασιούχοι γιατροί ορισμένου χρόνου.
Στο σκηνικό αυτό έρχεται να προστεθεί η λειτουργία των μη κρατικών ιατρικών σχολών. Η ανησυχία ότι η παραγωγή περισσότερων πτυχιούχων ιατρικής θα οδηγήσει σε πληθωρισμό τίτλων είναι εν μέρει αβάσιμη. Η πραγματικότητα είναι ότι οι σχολές αυτές θα επαναπατρίσουν (εκπαιδευτικά) τους χιλιάδες Έλληνες φοιτητές που σήμερα εκπαιδεύονται σε βαλκανικές χώρες και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Το ερώτημα «πόσους γιατρούς παράγουμε» δεν επαρκεί για να θέσει θεμέλια προβληματισμού, οφείλει να συνοδεύεται και από το ερώτημα «πώς τους εκπαιδεύουμε». Πρώτα θα πρέπει να περιοριστεί ή να εκλείψει η δυνατότητα χορήγησης ειδικότητας από κλινικές που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που είναι δυστυχώς πολλές. Οι κλινικές και εφημεριακές ανάγκες αυτών των κλινικών μπορούν να καλυφθούν από επικουρικούς γιατρούς όπως προελέχθη.
Η ιδέα της χορήγησης ειδικότητας σε μεγάλα ιδιωτικά θεραπευτήρια θα μπορούσε να αποσυμπιέσει τις λίστες αναμονής των δημοσίων νοσοκομείων, υπό μία αυστηρή προϋπόθεση: την ποιοτική διασφάλιση. Εάν το κράτος επιτρέψει στα ιδιωτικά ιδρύματα να εκπαιδεύουν ειδικευόμενους, θα πρέπει να το πράξει με όρους απόλυτης διαφάνειας, χρησιμοποιώντας ψηφιακά εργαλεία όπως το ψηφιακό logbook, το οποίο θα διασφαλίζει ότι ο ειδικευόμενος αποκτά πραγματική κλινική εμπειρία και δεν χρησιμοποιείται ως «φθηνό εργατικό δυναμικό».
Και επειδή «δει δη χρημάτων», η εξοικονόμηση υλικών και ανθρώπινων πόρων επιβάλλεται να γίνει με τη μετατροπή ορισμένων κατ’ όνομα νομαρχιακών δευτεροβάθμιων νοσοκομείων σε Κέντρα Υγείας αστικού και ημιαστικού τύπου. Δε νοείται η ύπαρξη δύο και τριών νοσοκομείων σε ένα νομό. Είναι σπατάλη χρημάτων και προσωπικού και αποδυναμώνει την συνολική ικανότητα του συστήματος στην ποιοτική παροχή ιατρικών υπηρεσιών.
Ενώ ο ιατρικός κλάδος βρίσκεται σε «υπερπαραγωγή», το νοσηλευτικό δυναμικό αποτελεί τον «αδύναμο κρίκο». Με μόλις 22.800 νοσηλευτές για το σύνολο των δημόσιων νοσοκομείων, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε.
Εδώ υπάρχει μία άλλη δομική ανισορροπία. Ένα νοσοκομείο δεν είναι μόνο ο ιατρός που θέτει τη διάγνωση. Είναι η νοσηλευτική φροντίδα που επιτρέπει την ανάρρωση. Ειδικά στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ), η σταθερή παρουσία εξειδικευμένων νοσηλευτών είναι απαραίτητη. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τον περιορισμένο αριθμό κλινών (3,5 ανά 1.000 κατοίκους έναντι 5,3 του ευρωπαϊκού μέσου όρου), γεγονός που μετατρέπει τα δημόσια νοσοκομεία σε «ασφυκτικές» μονάδες, όπου η ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας εξαρτάται από τον ηρωισμό του προσωπικού και όχι από την οργάνωση του συστήματος.
Το ΕΣΥ βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Δεν αρκούν οι αυξήσεις κονδυλίων αν δεν συνοδευτούν από μεταρρυθμίσεις που θα διορθώσουν τη γεωγραφική ανομοιογένεια και θα ενισχύσουν τον ιατρικό και νοσηλευτικό κλάδο.
Προτάσεις όπως η θέσπιση ενός «εκπαιδευτικού δικτύου» μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών δομών, η ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης και η αυστηρή πιστοποίηση των εκπαιδευτικών κέντρων βάσει του πραγματικού φάσματος περιστατικών που διαχειρίζονται, είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Οι μικρές, «αδύναμες» κλινικές πρέπει να πάψουν να υποκρίνονται ότι προσφέρουν πλήρη ή μερική ειδικότητα και να μετατραπούν σε κέντρα παροχής βασικών υπηρεσιών υγείας, αφήνοντας την υψηλή εκπαίδευση σε δομές που πραγματικά μπορούν να την υποστηρίξουν. Η συνεργασία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Η κοντόθωρη τοπικιστική αντίληψη πρέπει να αλλάξει διότι στο τέλος το Σύστημα δεν θα μπορεί να υπερασπιστεί ούτε τις πλεονάζουσες ούτε τις απαραίτητες δομές. Το κόστος παροχής ιατρικών υπηρεσιών συνεχώς αυξάνεται και είναι σε άμεση συνάρτηση με τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Τηλεϊατρική και εξ αποστάσεως διαγνωστικά εργαλεία και τεχνολογίες πρέπει να τα εκμεταλλευτούμε στον υπέρτατο βαθμό επ’ ωφελεία των ασθενών παρ’ όλο που θα υπάρξουν οι γνωστοί πολιτικοί σπεκουλαδόροι που θα κοιτάξουν να αντλήσουν μικροκομματικά οφέλη από τις όποιες αναδιαρθρώσεις επιχειρηθούν. Το ποτάμι όμως δεν γυρίζει πίσω και η πραγματικότητα στο τέλος συντρίβει κάθε εμπόδιο. Ας μην είμαστε εμείς τα θύματα της.
Η υγεία των πολιτών απαιτεί μια νέα στρατηγική που θα αναγνωρίζει την αξία ιατρού και νοσηλευτή, θα ορθολογικοποιεί την κατανομή των ιατρών εντός του πλαισίου της ελεύθερης βούλησης με εργαλεία κινητροδότησης εξειδικευμένα για τις νησιωτικές και (πραγματικές) παραμεθόριες περιοχές και θα ορίσει κριτήρια ποιότητας σε κάθε βαθμίδα της ιατρικής εκπαίδευσης. Η Ελλάδα διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό· το ζητούμενο είναι να αποκτήσει το σύστημα που θα του επιτρέψει να ανθίσει.
*Ο Βασίλειος Κοζομπόλης είναι καθηγητής οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών
