«Η Ευρώπη δεν πρέπει να επαναλάβει με την Τουρκία τα λάθη που έκανε με τη Ρωσία», ανέφερε η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρόεδρος της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων Ντόρα Μπακογιάννη, σε πάνελ που συμμετείχε στο συνέδριο του ECONOMIST με τίτλο «30th Annual Government Roundtable - Progress in an age of upheaval | Geopolitics-Growth-Technology». Η κ. Μπακογιάννη συμμετείχε σε συζήτηση με τον πρώην πρόεδρο της Τουρκίας Αμπντουλάχ Γκιούλ και τον πρώην πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ.
Όπως εξήγησε η κ. Μπακογιάννη, «είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ, εδώ και πολλά χρόνια, αποσύρονται από την Ευρώπη. Ακούσαμε τις τελευταίες ημέρες τον Αμερικανό Πρόεδρο Τραμπ να απειλεί με πλήρη απομάκρυνση όλων των αμερικανικών στρατευμάτων από το ευρωπαϊκό έδαφος. Αυτό σημαίνει ότι δημιουργείται ένα κενό ασφαλείας».
«Στη συνείδηση πολλών Ευρωπαίων, αυτό το “κάτι” θα μπορούσε να είναι η Τουρκία», σημείωσε η κ. Μπακογιάννη, τονίζοντας πως, άλλωστε, ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν υπόσχεται στους Ευρωπαίους ένα ελκυστικό πακέτο: στρατιωτική ισχύ προς μίσθωση και πολιτική ανοχή στην επιστροφή στρατιωτών στην πατρίδα μέσα σε φέρετρα, μια αμυντική βιομηχανία δοκιμασμένη σε συνθήκες μάχης, διαύλους άμεσης επικοινωνίας με παράγοντες στους οποίους η Ευρώπη δεν έχει πρόσβαση, από τη Ρωσία και το Ιράν έως τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς και τη στενή φιλική σχέση Ερντογάν με τον Τραμπ.
«Όλα αυτά έχουν κάνει ορισμένους Ευρωπαίους φίλους να κάνουν τα στραβά μάτια όταν ο Πρόεδρος Ερντογάν φυλακίζει ηγέτες της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφους, ακόμη και κωμικούς ή όταν καταλύει την ελευθερία του λόγου και το κράτος δικαίου εντός της Τουρκίας ή ακόμη και όταν διατηρεί υπό κατοχή ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή απειλεί με πόλεμο ένα άλλο ή όταν υπόσχεται να αναλάβει τον έλεγχο της Ιερουσαλήμ», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
«Για τους Ευρωπαίους, για άλλη μια φορά στην ιστορία της, η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως μια δυσάρεστη αναγκαιότητα», υπογράμμισε χαρακτηριστικά. «Μια χώρα που θα μπορούσε να προσφέρει στην Ευρώπη κάτι που χρειάζεται απεγνωσμένα, όπως στην περίπτωση της Ρωσίας φθηνή ενέργεια, στην περίπτωση της Τουρκίας φθηνή ασφάλεια, αρκεί να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε τα στραβά μάτια σε άβολα ζητήματα όπως η δημοκρατία, η συγκέντρωση εξουσίας, η φυλάκιση της αντιπολίτευσης, οι αναθεωρητικές φιλοδοξίες».
Υπενθύμισε πως η Ελλάδα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών της Τουρκίας εδώ και δεκαετίες και θέλει μια ευρωπαϊκή Τουρκία, όμως, πρόσθεσε, η Ευρώπη δεν πρέπει ποτέ ξανά να κάνει τα στραβά μάτια.
«Κάναμε αυτό το λάθος με τη Ρωσία. Και η Ευρώπη συνεχίζει να πληρώνει ένα πολύ υψηλό τίμημα για αυτό το λάθος. Σήμερα, δυστυχώς, η Τουρκία ακολουθεί τα ίδια βήματα».
«Πιστεύω ακράδαντα ότι η Ευρώπη και η Τουρκία μπορούν να έχουν μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία, η οποία θα απαιτεί και από τα δύο μέρη να σέβονται τους κανόνες του παιχνιδιού, το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας».
Η πρώην υπουργός Εξωτερικών επεσήμανε δε, πως η Τουρκία έχει εκτεταμένα σύνορα και έχει προβλήματα με όλους τους γείτονές της, ενώ το μόνο σύνορο το οποίο είναι απόλυτα ασφαλές είναι τα δυτικά σύνορα με την Ελλάδα.
«Αυτό είναι ένα μήνυμα που πρέπει όλοι να καταλάβουμε. Δεν μπορούμε όμως να αποδεχτούμε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα λαμβάνει υπόψη της τις ευαισθησίες της Ελλάδος και της Κύπρου και τα πραγματικά προβλήματα που υπάρχουν» είπε.
«Το μήνυμα αυτή τη στιγμή που πρέπει να εκπέμψει η Ευρώπη πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα στραβά μάτια την ώρα που συζητάμε για την σύναψη μιας στρατηγικής συμφωνίας με την Τουρκία. Καταλαβαίνω ότι κάποιοι εταίροι μας, θέλουν να τα ξεχάσουμε όλα τα άλλα. Θα είναι κακό για την ΕΕ, θα πληρώσουμε κόστος, αλλά θα είναι κακό και για την τουρκική δημοκρατία» συμπλήρωσε.
Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση, είπε ότι αν αφήσουμε πίσω το Casus Belli και δεν υπάρχουν δηλώσεις αναθεωρητισμού, το κλίμα θα είναι τελείως διαφορετικό. «Έχουμε παραδείγματα καλής συνεργασίας. Με την χορήγηση της βίζας, πάνω από δύο εκατομμύρια Τούρκοι έρχονται στα νησιά και στο θέμα της διαχείρισης της μετανάστευσης έχουμε καταφέρει να έχουμε καλή συνεργασία» επεσήμανε.
Α. Γκιούλ: Η πλήρης ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστικό στόχο
«Η πλήρης ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστικό στόχο και ήρθε η ώρα να αναζητηθεί ένα νέο μοντέλο συνεργασίας», ανέφερε από την πλευρά του ο πρώην Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Αμπντουλάχ Γκιούλ, σημειώνοντας ότι οι σχέσεις Άγκυρας και Βρυξελλών βρίσκονται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Υπενθύμισε ότι «πριν από 20 χρόνια, τόσο ως πρωθυπουργός, όσο κι ως υπουργός Εξωτερικών, προώθησα την εισδοχή της Τουρκίας στην ΕΕ» και ότι «η επιτροπή ανακοίνωσε ότι η Τουρκία έχει ικανοποιήσει τα κριτήρια» πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων το 2005». Όμως, πρόσθεσε, έκτοτε οι σχέσεις επιδεινώθηκαν, «έχουν γίνει πιο δύσκολες και έχουν γίνει λάθη και από τις δύο πλευρές».
«Σήμερα, βλέποντας την τρέχουσα κατάσταση, θεωρώ ότι η συζήτηση για πλήρη ένταξη δεν είναι ρεαλιστική», επεσήμανε και πρότεινε να εξεταστεί «ένα νέο μοντέλο σχέσης, σαν αυτό της Νορβηγίας», με την Τουρκία να βρίσκεται «υπό την ίδια ομπρέλα», χωρίς να αποτελεί πλήρες μέλος.
Παράλληλα, τόνισε ότι απαιτείται αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, καθώς, όπως τόνισε, «οι τρίτες χώρες επωφελούνται από τις εμπορικές σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ, αλλά η Τουρκία δεν έχει κάποιο όφελος».
Τέλος, υπογράμμισε, η σημασία της Τουρκίας για την άμυνα και την ασφάλεια στην ΕΕ είναι προφανής, υπογραμμίζοντας την ανάγκη οικοδόμησης μιας ισχυρής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Σ. Μισέλ: Η Ευρώπη να θέσει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της κυριαρχίας και της ανταγωνιστικότητάς της
«Η Ευρώπη πρέπει να θέσει ως απόλυτη προτεραιότητα την ενίσχυση της κυριαρχίας και της ανταγωνιστικότητάς της απέναντι στις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις», ανέφερε ο πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου και τέως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ
Όπως ανέφερε, «ο άγριος αγώνας ΗΠΑ-Κίνας επηρεάζει τους πάντες», ενώ «υπάρχουν όλο και περισσότερες στρατιωτικές συγκρούσεις αυτήν τη στιγμή». Παράλληλα, νέα πεδία αντιπαράθεσης, όπως «οι φυσικοί πόροι, η γη, η τεχνητή νοημοσύνη και τα δεδομένα», αλλάζουν τη φύση των απειλών, την ώρα που ενισχύεται ο ρόλος των μεσαίων δυνάμεων.
Υπογράμμισε ότι «η ευρωπαϊκή κυριαρχία πρέπει να είναι η προτεραιότητα» και ότι πρέπει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά μας, ώστε η ΕΕ να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.
Τόνισε ακόμη ότι η πίεση που δέχεται η διεθνής έννομη τάξη δεν αναιρεί την ανάγκη για πολυμερή συνεργασία, επισημαίνοντας πως «η πρόκληση δεν είναι να διατηρήσουμε αμετάβλητους τους θεσμούς του χθες, αλλά να τους προσαρμόσουμε στις πραγματικότητες ενός πιο πολυπολικού και αλληλεξαρτώμενου κόσμου».
Τέλος, αναφερόμενος στις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας, υπογράμμισε τη στρατηγική σημασία της συνεργασίας τους σε ένα ολοένα πιο ασταθές περιφερειακό περιβάλλον. «Είναι εφικτό να αναπτύξουμε ένα φιλόδοξο πλαίσιο», είπε.
«Εγώ δεν βάζω στο ίδιο καλάθι τη Ρωσία και την Τουρκία». Επισήμανε δε, ότι στο νέο, αβέβαιο περιβάλλον, «πρέπει να διαχειριστούμε με υπευθυνότητα τις διαφορές μας» και «να δούμε τι σημαίνει τελικά μια καλή συμφωνία».
Η μεταβαλλόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα επιβάλλει μια νέα, πιο ρεαλιστική προσέγγιση στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Όπως ανέφερε, «οι ΗΠΑ υποχωρούν από την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια», γεγονός που υποχρεώνει τους Ευρωπαίους να καλύψουν το κενό ασφαλείας σε μια περίοδο κατά την οποία «η Ρωσία απειλεί την κυριαρχία των ευρωπαϊκών χωρών».
