Μεταρρυθμίσεις ή διαφθορά
Shutterstock
Shutterstock
Χ. Θεοχάρης

Μεταρρυθμίσεις ή διαφθορά

Με τη δυναμική πρωτοβουλία που πήρε ο Πρωθυπουργός για την οριστική και ξεκάθαρη λύση της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ, ουσιαστικά ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο στη σημερινή πολιτική ζωή της Ελλάδας. Μια νέα σελίδα, με έναν πολύ συγκεκριμένο πολιτικό στόχο: Να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης στο κρίσιμο θεσμικό πεδίο. Στο «τι αλλάζουμε» από εδώ και πέρα για να αντιμετωπίσουμε το λεγόμενο «βαθύ κράτος», αυτούς τους παρασκηνιακούς μηχανισμούς, οι οποίοι πληγώνουν τη χώρα, σχεδόν από καταβολής του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Πρακτικά, μιλάμε για τη θεραπεία των χρόνιων παθογενειών του πολιτικού μας συστήματος. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι επικοινωνιακή τακτική. Είναι, χωρίς καμία αμφιβολία, το κεντρικό πολιτικό ζητούμενο -και όχι μόνο της τρέχουσας περιόδου.

Ο Πρωθυπουργός, λοιπόν, έθεσε το ζήτημα στη σωστή διάστασή του. Κι αυτή είναι η βαθιά και ουσιαστική θεσμική ανασυγκρότηση. Με τολμηρές, καίριες τομές και ρήξεις όπου χρειαστεί. Το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή, η ψηφιοποίηση των δημόσιων διαδικασιών, η αξιολόγηση στον δημόσιο τομέα, η άρση της μονιμότητας κ.ο.κ. δεν είναι παρελκόμενα της κεντρικής συζήτησης. Είναι η ίδια η συζήτηση. Είναι ο πυρήνας των αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα -τώρα. Ο διάλογος ξεκίνησε, και αυτό από μόνο του έχει τεράστια αξία, ανεξάρτητα από το πότε και πώς θα υλοποιηθούν οι συγκεκριμένες προτάσεις. Και σε αυτό τον διάλογο η Νέα Δημοκρατία θα πρωταγωνιστήσει, ως δύναμη προόδου και ευημερίας του ελληνικού λαού.

Σε αυτή τη συγκυρία η αντιπολίτευση έδειξε όχι μόνο την αμηχανία της αλλά, κυρίως, την πλήρη αδυναμία της να αρθρώσει οποιαδήποτε, έστω και στοιχειωδώς συγκροτημένη, πρόταση. Μόνο αφορισμούς ακούσαμε. Για μία ακόμα φορά φάνηκε κατώτερη των περιστάσεων και εγκλωβίστηκε, ως συνήθως, μέσα στον μονολιθικό αρνητισμό της. Το πρόβλημα με αυτή τη στάση δεν είναι μόνο ότι τα αντιπολιτευόμενα κόμματα λένε συστηματικά ψέματα, εκτοξεύουν συκοφαντίες, ανακρίβειες και τοξικότητες. Το πρόβλημα είναι ότι δεν λένε τίποτα ουσιαστικό. Δεν προτείνουν τίποτα για να αλλάξει μια κατάσταση που, όπως όλοι συμφωνούμε, πρέπει επιτέλους να σταματήσει να υφίσταται.

Ο πολίτης που ακούει την αντιπολίτευση να επαναλαμβάνει μονότονες κοινοτοπίες έχει κάθε δικαίωμα να ρωτήσει: Ποιος θεσμός θα τον προστατεύσει αύριο; Ποια δομή θα εγγυηθεί ότι δεν θα βρεθούμε ξανά στο ίδιο σημείο μετά από μία τετραετία; Η δήθεν ηθική υπεροχή που διαχρονικά ευαγγελίζεται, τουλάχιστον η αριστερή πτέρυγα της αντιπολίτευσης -αν και όχι μόνο, δεν αντικαθιστά την ανάγκη για δομικό μετασχηματισμό.

Γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι η διαφθορά δεν ευδοκιμεί στο κενό. Ευδοκιμεί στις ρωγμές του κράτους. Εκεί όπου μια σύνταξη αργεί τρία χρόνια, εκεί που η ταχύτητα της γραφειοκρατίας εξαρτάται από τη «διεκπεραίωση» ενός τρίτου, εκεί που κανείς δεν αξιολογείται και άρα κανείς δεν λογοδοτεί. Κάθε μεταρρύθμιση που κλείνει αυτές τις ρωγμές αποστραγγίζει το οικοσύστημα μέσα στο οποίο αναπαράγεται η διαφθορά.

Όταν η σύνταξη βγαίνει αυτόματα, δεν χρειάζεται μεσάζων. Όταν η αδειοδότηση γίνεται ψηφιακά, εξαλείφεται το παράθυρο για χρήμα «κάτω από το τραπέζι». Όταν ο δημόσιος υπάλληλος αξιολογείται, η αυθαιρεσία αποκτά κόστος. Αυτά μπορεί να ακούγονται τεχνοκρατικά. Αλλά δεν είναι. Είναι βαθιά πολιτικά. Είναι η πιο συγκεκριμένη, η πιο μετρήσιμη, πολιτική ενάντια στη διαφθορά που μπορεί να εφαρμόσει ένα κράτος.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ειρωνεία που πρέπει να ειπωθεί με σαφήνεια. Όσοι και όσες σήμερα υψώνουν φωνή ενάντια στη διαφθορά, ψήφισαν κατά της μεταφοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, κατά των ιδιωτικοποιήσεων, κατά της αξιολόγησης, κατά σχεδόν κάθε μεταρρύθμισης που θα μπορούσε να περιορίσει τον χώρο δράσης της πελατειακής πολιτικής. Υπήρξαν οι πρωταθλητές της αντιμεταρρύθμισης, εκ δεξιών και εξ αριστερών και τώρα εμφανίζονται ως αυτόκλητοι φύλακες δήθεν του δημοσίου συμφέροντος. Η αντίφαση δεν είναι μόνο ηθικό ζήτημα, είναι βαθιά πολιτικό. Δεν μπορείς να είσαι ενάντια στη διαφθορά όταν είσαι διαχρονικά ενάντια σε κάθε μεταρρύθμιση. Οι δύο θέσεις δεν συμβιώνουν. Αντιθέτως, αλληλοαποκλείονται και αλληλοαναιρούνται.

Το χρέος της πολιτικής δεν εξαντλείται στην καταγγελία. Απαιτεί τη μετατροπή της αγανάκτησης των πολιτών σε πρόγραμμα και πρόταγμα.

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης, λοιπόν, στο μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη έδειξε και κάτι άλλο: Ότι η πολιτική αντιπαράθεση επιστρέφει επιτέλους στην ουσία της. Το ασυμβίβαστο ανοίγει έναν διάλογο που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς. Τώρα η αντιπολίτευση οφείλει να τοποθετηθεί. Αν συνεχίσει να λέει «όχι», θα πρέπει να εξηγήσει ποιον ακριβώς εξυπηρετεί αυτό το «όχι». Τώρα δεν χωράνε γκρίζες ζώνες. Η πολιτική της αντίδρασης σε κάθε μεταρρύθμιση είναι η πολιτική διαιώνισης της διαφθοράς.

Για εμάς, η επιλογή παραμένει ξεκάθαρη. Ο μεταρρυθμιστικός δρόμος δεν είναι πάντα αναίμακτος πολιτικά και αυτό το ξέρουμε καλά. Θα απολογηθούμε μόνο για όσα δεν τολμήσαμε. Σήμερα η τόλμη έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Όχι απλώς να καταδικάσουμε τη διαφθορά και το πελατειακό σύστημα ηθικά, αλλά να χτίσουμε το σύγχρονο κράτος που την καθιστά αδύνατη. Και θα το κάνουμε, όποιο και εάν είναι το κόστος.


*Ο Χάρης Θεοχάρης είναι υφυπουργός Εξωτερικών και βουλευτής Νοτίου Τομέα της Νέας Δημοκρατίας.