Μαχόμενη Δημοκρατία: Φάρμακο στην αρρώστια της τρομοκρατίας

Μαχόμενη Δημοκρατία: Φάρμακο στην αρρώστια της τρομοκρατίας

Η Μεγάλη Έκπληξη που δοκιμάσαμε πριν από κάποιες δεκαετίες, ήταν μόλις αποκαλύφθηκαν τα πραγματικά πρόσωπα των μελών της 17Ν. 

Διότι, σε αντίθεση με τις μυθικές διαστάσεις που είχαν προσλάβει όσο δρούσαν στο σκοτάδι, όταν βγήκαν στο φως, κάηκαν! Διότι, στην πλειονότητά τους, αποδείχτηκαν απλοί μικροαστοί. 

Και μάλιστα, με τον χολερικό βαλκανικό εθνικισμό τους, τους επαρχιώτικους καθωσπρεπισμούς τους, τις δεισιδαιμονίες τους αλλά και τα εξοχικά τους, τις «πεθερές» τους, τους «συμπεθέρους» τους, τους «κουμπάρους» τους και τα «σόγια» τους. 

Ούτε καν «για τα μάτια» λίγο αντικομφορμισμό. Ακόμη και οι αυτοαναφορές του Χ. Ξηρού στα «αρχ@@@@» του, σε λούμπεν καφενειακή και παλιακή «αντρίλα» παρέπεμπαν. 

Πόσο μάλλον η φαντασίωση του Κουφοντίνα ότι είναι Κολοκοτρώνης που τον υμνεί ο Παλαμάς, η οποία εκφερόταν με έναν λόγο θεολόγου γυμνασιάρχη παλιών εποχών.

Η διαπίστωση όμως του βαλκανικού μικροαστισμού των μελών της 17Ν, ανέτρεπε όλες τις κρατούσες μυθολογίες. Από τη μυθολογία του «προοδευτισμού», μέχρι τη μυθοπλασία ότι η τρομοκρατία είναι έργο κοινωνικών αγωνιστών. 

Άλλωστε, ποια «κοινωνική αιτία» οδήγησε στον φόνο του νεαρού Τούρκου υπαλλήλου από την 17Ν; Ή στην κτηνώδη πράξη εγκλεισμού μέσα σε άδειο βαρέλι από τυρί, «έτσι για την πλάκα τους», ενός υπαλλήλου SUPER MARKET, μετά το τέλος της ληστείας τους σ’ αυτό; 

Μήπως όμως η τρομοκρατία υλοποιεί κάποιο αίτημα για ελευθερία; Εδώ η απάντηση είναι εφιαλτική. 

Διότι, δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι ότι αποβλέπεις σε ένα καθεστώς ελευθερίας, όταν αυτοανακηρύσσεσαι: 

α) Σε νομοθέτη, που ορίζει ποιος έχει δικαίωμα να ζήσει και ποιος έχει υποχρέωση να πεθάνει. 

β) Σε δικαστή, που δικάζει με βάση τον δικό του νόμο και 

γ) Σε δήμιο, που εκτελεί τις θανατικές ποινές τις οποίες ο ίδιος επέβαλε, μετατρέποντας έτσι τις δημόσιες υποθέσεις σε «τόπο κυνηγιού μιας επιτροπής δημόσιας σωτηρίας», που δρα μάλιστα μιλιταριστικά. 

Αν λοιπόν η τρομοκρατία δεν είναι ούτε έργο «αντικομφορμιστών», ούτε απελπισμένων «κοινωνικών αγωνιστών», ούτε των «εραστών της ελευθερίας», τότε τίνος έργο είναι; 

Την απάντηση έδωσε ο Πρίμο Λέβι λίγο πριν αυτοκτονήσει, όταν μας είπε ότι οι πιο επικίνδυνοι να γίνουν δολοφόνοι, είναι οι άνθρωποι, που «...είναι έτοιμοι… να δράσουν, χωρίς να κάνουν ερωτήσεις». 

Με άλλα λόγια οι φανατικοί οι οποίοι, κατά τον Αμός Οζ, «έχουν μόνον απαντήσεις και ποτέ ερωτήσεις». 

Αυτά επισημάναμε έγκαιρα για την παλιά γενιά των τρομοκρατών της «17Ν», η οποία παραληρούσε με τα τριτοκοσμικά φληναφήματα που διακήρυσσαν οι στρατοκράτες του Τρίτου Κόσμου τύπου Αμίν Νταντά, Μποκάσα και Μεγκίστου, που ονόμαζαν τα στρατιωτικά τους καθεστώτα «σοσιαλισμό». 

Η καινούργια όμως γενιά τρομοκρατών «εκσυγχρονίστηκε». Δεν έχει πλέον ως πρότυπο ούτε καν τον Αμίν Νταντά. Έτσι δεν σκοτώνουν πλέον με «άποψη». 

Αντίθετα, εμφανίζονται ως φορείς ενός λυσσαλέου μίσους για όλους. Από τον εργοδότη, μέχρι τον εργαζόμενο. 

Το απέδειξαν καίγοντας ζωντανούς τους εργαζόμενους της Μαρφίν. 

Με άλλα λόγια, μισούν για να υπάρχουν. 

Κι αφού το μίσος ορίζει την ύπαρξή τους, δεν έχουν και ανάγκη από καμία δικαιολόγηση των πράξεών τους, που πηγάζουν από αυτό. 

Έτσι, ως «μεταμοντέρνοι» τρομοκράτες, δεν χρειάζεται να επικαλούνται κάποια «ανώτερη αλήθεια» ή ιδεολογία. 

Ούτε έστω κάποια «ανώτερη ηθική», εν ονόματι της οποίας καταργούν κάθε ανθρώπινη ηθική, ώστε να χρησιμοποιούν την ανθρώπινη ζωή σαν εργαλείο για την ικανοποίηση του πάθους τους. 

Τους αρκεί το μίσος τους ως ανώτατη «αλήθεια» και «ηθική» και ως πηγή «νοήματος». 

Όταν όμως μόνον το μίσος είναι αυτό που δίνει «νόημα», τότε μιλάμε για πλήρη απουσία νοήματος. Διότι το μίσος δεν παράγει κανένα νόημα. 

Το επισήμανε, με μοναδικό τρόπο, η Χάνα Άρεντ, όταν μας είπε ότι ο ολοκληρωτισμός, επειδή ακριβώς στηρίζεται μόνον στο μίσος, μας φέρνει αντιμέτωπους με την δημιουργία του α-νοηματικού.

Το οποίο, ως «ακραίο κακό», ο άνθρωπος «δεν μπορεί ούτε να τιμωρήσει, ούτε να συγχωρήσει». Αλλά ούτε καν να κατανοήσει. Άλλωστε, πώς να κατανοήσεις κάτι που στερείται νοήματος; 

Πρόκειται για το τερατώδες που «…δεν μπορεί ούτε η οργή να εκδικηθεί, ούτε αγάπη να αντέξει, ούτε η φιλία να συγχωρήσει», όπως, πάλι συγκλονιστικά, μας είπε η Χάνα Άρεντ.

Οπότε, τίθεται το ερώτημα: Ποια μπορεί να είναι η στάση μιας δημοκρατικής πολιτείας μπροστά στην θηριωδία των «μεταμοντέρνων» τρομοκρατών ή «ακτιβιστών του θανάτου»; 

Η μοναδική απάντηση είναι η μαχόμενη Δημοκρατία. 

Η Δημοκρατία η οποία, πρώτα απ’ όλα, δεν είναι αφελής και αναγνωρίζει τον κίνδυνο που εκπροσωπούν οι εχθροί της. Και τους εξουδετερώνει, τηρώντας απολύτως τη νομιμότητα, μόλις μετατρέψουν σε πράξη το μίσος τους. 

Το έπραξε με την Χρυσή Αυγή, με συνέπεια τα ναζιστικά τέρατα να βρίσκονται εκεί που όρισαν οι πράξεις τους: στη φυλακή.

Μένει να πράξει τα ίδια και με τους νέους «μεταμοντέρνους» τρομοκράτες της άλλης πλευράς, που σκοτώνουν για τους ίδιους ακριβώς λόγους, για τους οποίους σκότωνε και η Χρυσή Αυγή: για να αποδείξουν ότι υπάρχουν.