Η συζήτηση που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες γύρω από την αποτελεσματικότητα του επιτελικού κράτους είναι θεμιτή και χρειάζεται. Ένα από το προσόντα της Νέας Δημοκρατίας είναι ο διάλογος και η πολυφωνία, ιδίως σε μια προσυνεδριακή περίοδο.
Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Το ελληνικό κράτος εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες είναι ο μεγάλος ασθενής της ελληνικής δημοκρατίας. Φτιαγμένο και για να εξυπηρετεί πελατείες, οργανωμένο σε μικρά ή μεγάλα φέουδα, πολλές φορές αδύναμο να εκτελέσει αποφάσεις που το ίδιο είχε πάρει.
Όλοι κουβαλάμε, ανεξαρτήτως παράταξης, ένα κομμάτι αυτής της κληρονομιάς. Και αυτό, κανένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα δεν το αρνείται. Το επιτελικό κράτος λοιπόν ήταν μια αναγκαία απάντηση.
Μια ισχυρή θεσμική αντίδραση σε αυτήν ακριβώς τη δομική ανεπάρκεια. Συντονίζει κεντρικά ότι από μόνο του δεν συντονιζόταν. Μετράει την εκτέλεση. Εντοπίζει τα κολλήματα προτού γίνουν κρίσεις. Εισάγει στην ελληνική διοίκηση κάτι που χρόνια απουσίαζε. Μνήμη, συνέχεια, στόχους, λογοδοσία.
Προϋποθέτει τον ρόλο του βουλευτή ως ελεγκτή, ως φορέα κοινωνικής αναπληροφόρησης, ως εγγυητή της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Δεν τον αντικαθιστά. Το αντίθετο, τον δυναμώνει. Και όπως είπε ο πρωθυπουργός, άλλο εκτελεστική, άλλο νομοθετική εξουσία. Άλλες οι υποχρεώσεις της κυβέρνησης, άλλες της Βουλής.
Από το 2019, το μοντέλο αυτό πέρασε από δοκιμασίες που λίγες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης έζησαν τόσο πυκνά. Πανδημία, ενεργειακή κρίση, γεωπολιτική αναταραχή, πληθωρισμός, πυρκαγιές. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι όλα πήγαν τέλεια, άλλωστε αυτή η κυβέρνηση έχει κάνει πολλές φορές σκληρή αυτοκριτική.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ για παράδειγμα, είναι η οδυνηρή υπενθύμιση πως ο συντονισμός χωρίς θωρακισμένους ελέγχους γεννά τα δικά του προβλήματα. Όμως τα 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα είχαν φτάσει στην πραγματική οικονομία χωρίς ένα κέντρο που συντονίζει, παρακολουθεί, «ξεκολλάει».
Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αποκλιμάκωση της ανεργίας, η διαχείριση της πανδημίας, η αναμόρφωση της φορολογικής διοίκησης δεν συνέβησαν τυχαία. Είναι αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης μεθόδου διακυβέρνησης.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα διατηρήσουμε το επιτελικό κράτος, αλλά πώς θα το βελτιώσουμε. Πώς θα ενσωματώσει πιο οργανικά τη φωνή της κοινοβουλευτικής ομάδας. Πώς θα ανοίξει διαύλους με την κοινωνία. Πώς θα δυναμώσει τον εσωτερικό του έλεγχο, ώστε στο μέλλον να μην επαναληφθεί ένας νέος ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η συζήτηση αυτή χρειάζεται νηφαλιότητα, καθαρή σκέψη, όχι την εύκολη ικανοποίηση που δίνει το γκρέμισμα όσων δουλεύουν, για να επιστρέψουμε σε όσα δοκιμασμένα δεν δούλεψαν.
Ο Μαξ Βέμπερ διέκρινε στην πολιτική δύο ηθικές. Εκείνη της πεποίθησης και εκείνη της ευθύνης. Η πρώτη αρκείται στο ότι η πρόθεση ήταν σωστή, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα είναι κακό.
Η δεύτερη απαιτεί από τον πολιτικό να λογαριάζει τις πραγματικές, μετρήσιμες συνέπειες των επιλογών του. Στην πατρίδα μας, οι αυταπάτες της πρώτης μας στοίχισαν ακριβά.
Ευθύνη απέναντι στους πολίτες σημαίνει να κρατάς όσα αποδίδουν και να διορθώνεις όσα υστερούν. Σημαίνει να αναγνωρίζεις τι έχει αλλάξει στη χώρα τα τελευταία χρόνια και να τολμάς να ονοματίσεις όσα μένουν ακόμη να γίνουν. Με αυτό το μέτρο κρίνεται μια κυβέρνηση και με αυτό θα κριθεί και η δική μας.
*Ο Χάρης Θεοχάρης είναι υφυπουργός Εξωτερικών, βουλευτής Νοτίου Τομέα της Νέας Δημοκρατίας
