Η εξαΰλωση μιας ευκαιριακής συμμαχίας

Η εξαΰλωση μιας ευκαιριακής συμμαχίας

Η πρόσφατη ανεξαρτητοποίηση του Σωκράτη Φάμελλου, προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι χθες, σε συνδυασμό με το μπαράζ παραιτήσεων και αποχωρήσεων κορυφαίων αλλά και απλών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, αποτυπώνει την πλήρη εξαΰλωση ενός πολιτικού σχηματισμού που, για μια δεκαετία, διεκδίκησε και άσκησε την εξουσία.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα οξυδερκής για να διακρίνει τον πραγματικό σκηνοθέτη αυτής της εξέλιξης: τον πρώην πρόεδρο του κόμματος, Αλέξη Τσίπρα. Η τακτική της παρασκηνιακής υπονόμευσης του οικοδομήματος που ο ίδιος δημιούργησε, προκειμένου να προετοιμάσει την επόμενη ημέρα της προσωπικής του επανεμφάνισης, αποκαλύπτει ανάγλυφα τόσο το πολιτικό όσο και το προσωπικό του ήθος. Πρόκειται για έναν πολιτικό αρχηγό που, αντί να αντιμετωπίζει το κόμμα του ως έναν ιδεολογικό οργανισμό μακράς πνοής, το χρησιμοποιεί ως αναλώσιμο εργαλείο προσωπικής πολιτικής επιβίωσης, παραδίδοντας τα στελέχη του στη δίνη μιας ανερμάτιστης πολιτικής περιπλάνησης. Ανάλογο είναι, φυσικά, και το ειδικό βάρος των στελεχών αυτών.

Στην πολιτική ανάλυση επιχειρούνται συχνά αδόκιμες ιστορικές αναλογίες, με τη σημερινή κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ να συγκρίνεται με την πτώση της ΕΔΗΚ το 1977 ή του ΠΑΣΟΚ το 2012. Η διαφορά, όμως, είναι χαώδης. Η ΕΔΗΚ και το ΠΑΣΟΚ υπήρξαν πολιτικοί φορείς με σαφείς ιδεολογικές ρίζες και συγκροτημένη πολιτική παρακαταθήκη. Αντίθετα, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ γινόμαστε μάρτυρες της διάλυσης μιας ευκαιριακής συσπείρωσης ετερόκλητων δυνάμεων. Επρόκειτο για μια «συλλογή» πολιτικών προσώπων, ριζοσπαστικών συνθημάτων και λαϊκιστικών υποσχέσεων, που ενώθηκαν αποκλειστικά υπό την επήρεια μιας κοινής προσδοκίας: της κατάληψης και της νομής της εξουσίας. Όταν, όμως, η εξουσία χάθηκε οριστικά, αποκαλύφθηκε η πολιτική γύμνια αυτού του εγχειρήματος, με στελέχη να περιφέρονται αναζητώντας απεγνωσμένα μια νέα κοινοβουλευτική «στέγη» ενόψει των επόμενων εκλογών.

Παράλληλα, η σημερινή απουσία μιας αξιόπιστης αντιπολίτευσης δεν αποτελεί ούτε τυχαίο ούτε συγκυριακό φαινόμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι, μέχρι την ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ο Αλέξης Τσίπρας θεωρούνταν από πολλούς ο «άχαστος» πολιτικός, αυτός που «έπιανε πουλιά στον αέρα». Η εικόνα αυτή κατέρρευσε παταγωδώς όταν ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα.

Η αποδόμηση του Αλέξη Τσίπρα και, στη συνέχεια, ο καταποντισμός του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξαν το άμεσο αποτέλεσμα δύο βασικών παραγόντων.

Πρώτον, της ουσιαστικής αξιολόγησης των δεδομένων. Η ελληνική κοινωνία, συγκρίνοντας τα πεπραγμένα της περιόδου 2015–2019 με τις πραγματικές οικονομικές, θεσμικές και γεωπολιτικές ανάγκες της χώρας, απέρριψε τον λαϊκισμό.

Δεύτερον, της αναπόφευκτης σύγκρισης των πολιτικών προσώπων. Η πολιτική τακτική, η θεσμική σοβαρότητα, η ουσιαστική μόρφωση χωρίς επιτήδευση, η διεθνής παρουσία και το πρωθυπουργικό εκτόπισμα του Κυριάκου Μητσοτάκη οδήγησαν σε μια συντριπτική πολιτική επικράτηση. Μοιραία, ο «πολύγλωσσος πολίτης του κόσμου» κατέστησε εμφανή τη διαφορά από την επαρχιώτικη πολιτική αντίληψη ότι «το χωριό μου είναι ο ομφαλός της γης, με τα γνωστά νταούλια που βαράμε...».

Συνεπώς, το σημερινό αντιπολιτευτικό κενό οφείλεται πρωτίστως στην πολιτική κυριαρχία και στην ικανότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να διεισδύσει στον χώρο του πολιτικού Κέντρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άντεξε τη σύγκριση ούτε σε επίπεδο πολιτικού βάθους ούτε σε επίπεδο τεχνοκρατικής επάρκειας και ουσιαστικών ιδεολογικών αρχών.

Είναι προφανές ότι το σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα αποβλέπει στις μεθεπόμενες εκλογές, όταν η συλλογική μνήμη θα έχει, ενδεχομένως, εξασθενήσει αρκετά ώστε να καταστεί ευκολότερη μια νέα πολιτική απόπειρα. Τότε θα επιχειρήσει να επανασυσπειρώσει όλο αυτό το μπουλούκι των ανερμάτιστων στελεχών, εμφανίζοντάς το ως μια νέα πολιτική πρόταση. Με το πρόσχημα μιας δήθεν «πανστρατιάς» απέναντι στη δεξιά παράταξη και με μοναδικό συνεκτικό στοιχείο τον αρνητικό προσδιορισμό «να φύγει η κυβέρνηση», θα επιχειρήσουν να διεκδικήσουν εκ νέου την εξουσία. Όμως, μια πολιτική πρόταση που συγκροτείται αποκλειστικά «εναντίον» κάποιου, χωρίς θετικό πρόγραμμα, χωρίς συνεκτική στρατηγική και χωρίς ηθικό υπόβαθρο, είναι καταδικασμένη να επαναλάβει τον ίδιο καταστροφικό κύκλο.

Τελικά, το σημερινό κενό σοβαρής αντιπολιτευτικής εκπροσώπησης και αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης θα καλυφθεί μόνο όταν αναδειχθεί μια νέα πολιτική δύναμη, δομημένη πάνω σε στέρεες ιδεολογικές βάσεις και με σαφές μεταρρυθμιστικό όραμα. Μια πρόταση που δεν θα στηρίζεται σε παρωχημένες και επικίνδυνες συνταγές του παρελθόντος ούτε σε εύκολους λαϊκισμούς. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική πολιτική προοπτική όσο το αντιπολιτευτικό σήμα κατατεθέν εξαντλείται στην κατασκευή διαρκώς νέων «σκανδάλων» ή στην υιοθέτηση αφηγημάτων όπως εκείνο της «μικρής Μαρίας του Έβρου», τα οποία αποδείχθηκαν παντελώς αναξιόπιστα και εξέθεσαν διεθνώς όσους τα υιοθέτησαν.

Η πολιτική χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, χωρίς ηθικό έρμα και με μοναδική τακτική τη λασπολογία μπορεί να χαρίζει πρόσκαιρες εκλογικές νίκες. Στο τέλος, όμως, καταρρέει υπό το βάρος της ίδιας της κενότητάς της. Και αυτή ακριβώς τη στιγμή, η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας φαίνεται να απαιτεί σοβαρότητα, αλήθεια και υπευθυνότητα. Οι κοινωνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές ανακατατάξεις εξελίσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και όποιος αδυνατεί να προβλέψει τις εξελίξεις θα βρεθεί στο περιθώριο. Ένα περιθώριο που δεν θα αφορά μόνο πολιτικά κόμματα, αλλά ενδέχεται να αφορά και την ίδια τη χώρα.

Η ιστορία μας οφείλει να λειτουργεί ως εφαλτήριο συνεχούς προόδου, δημιουργίας και εξέλιξης και όχι ως άλλοθι μιας μίζερης και συμπλεγματικής προσκόλλησης σε ένα ένδοξο παρελθόν. Η επίγνωση της ιστορικής μας διαδρομής έχει πραγματική αξία μόνο όταν μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη για το μέλλον.


* Ο Βασίλειος Κοζομπόλης είναι καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.