Εκφυλίζουν τους θεσμούς: Από τη Συνταγματική Αναθεώρηση στην επέτειο της Δημοκρατίας
EUROKINISSI
EUROKINISSI

Εκφυλίζουν τους θεσμούς: Από τη Συνταγματική Αναθεώρηση στην επέτειο της Δημοκρατίας

Χθες ολοκληρώθηκε η πρώτη ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. «Όχι σε όλα» από την αντιπολίτευση. Αίσθηση προκαλεί η στάση του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι ένα κόμμα χωρίς ιστορικό βάρος. Έχει κυβερνήσει, έχει διαμορφώσει τη Μεταπολίτευση, έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στους θεσμούς και «πληγώθηκε» από την απαξίωσή τους. Η επιλογή του «παρών» λειτούργησε περισσότερο ως τεχνική ισορροπία παρά ως καθαρή πολιτική θέση. Πολιτεύεται ως κόμμα διαμαρτυρίας. 

Το άρθρο 110 δεν είναι μια τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία. Είναι από τις πιο βαριές στιγμές του πολιτεύματος. Η σημερινή Βουλή ανοίγει τη συζήτηση. Η επόμενη την ολοκληρώνει. Και για να υπάρξει πραγματική αλλαγή, χρειάζεται ευρύτερη συναίνεση.

Στην πρώτη ψηφοφορία, καμία κυβερνητική πρόταση δεν συγκέντρωσε 180 ψήφους. Η αντιπολίτευση στο σύνολό της δεν στήριξε τις αλλαγές. Το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε με «παρών» σε ορισμένα άρθρα και καταψήφιση στα υπόλοιπα, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα επέλεξαν καθαρή απόρριψη. 

Εδώ όμως δεν είναι θέμα αριθμών. Είναι πολλά περισσότερα. 

Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα κόμμα χωρίς ιστορικό βάρος. Έχει κυβερνήσει, έχει διαμορφώσει τη Μεταπολίτευση, έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στους θεσμούς και «πληγώθηκε» από την απαξίωσή τους. Και σήμερα είναι αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό σημαίνει ότι η στάση του δεν είναι απλώς πολιτική αλλά κυρίως θεσμική.

Κι όμως, η επιλογή του «παρών» λειτούργησε περισσότερο ως τεχνική ισορροπία παρά ως καθαρή πολιτική θέση. Μια στάση που επιτρέπει να μη δεσμεύεσαι. Να μη λες ούτε «ναι» ούτε «όχι». Να κρατάς απόσταση χωρίς να αναλαμβάνεις ευθύνη. Απλώς να υπάρχεις. Να απαντάς «δεν ξέρω/δεν απαντώ» σε θεμελιώδη ζητήματα της Δημοκρατίας. 

Γιατί όταν έχεις μπροστά σου προτάσεις για την ελληνική γλώσσα, τη σημαία, τα μη κρατικά πανεπιστήμια με κρατική εποπτεία, την προσιτή κατοικία, τη διαγενεακή δικαιοσύνη, την κλιματική πολιτική, την επιστολική ψήφο, τη φορολογική σταθερότητα και τη λειτουργία των Θεσμών, η αποφυγή καθαρής ψήφου δεν είναι απλώς τακτική. Είναι στάση αποστασιοποίησης από την ίδια τη θεσμική συζήτηση. 

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα των άρθρων 86 και 90.Εκεί όπου η αντιπολίτευση επί χρόνια καταγγέλλει την πολιτική ευθύνη υπουργών και τη διαδικασία επιλογής της δικαστικής ηγεσίας, όταν ήρθε η στιγμή να ανοίξει θεσμικά η συζήτηση, δεν υπήρξε καμία θετική ψήφος από το ΠΑΣΟΚ.

Η συναίνεση δεν είναι επιβράβευση ούτε ανταμοιβή πολιτικής ισχύος. Είναι επιλογή ευθύνης απέναντι σε κάτι που θεωρείς ότι πρέπει να αλλάξει.

Αυτό που διαμορφώνεται συνολικά είναι μια πολιτική στάση που βλέπει τους θεσμούς μέσα από το φίλτρο της συγκυρίας. Ό,τι δεν αποδίδει άμεσα πολιτικό όφελος, απορρίπτεται, ό,τι δεν εξυπηρετεί την τρέχουσα στρατηγική, αποφεύγεται. Και έτσι, σταδιακά, η θεσμική συζήτηση μικραίνει. Γίνεται κομματική. Και στο τέλος, σχεδόν προσωπική. Εργαλειοποίηση χειρίστου είδους. 

Όμως οι Θεσμοί δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Ούτε της κυβέρνησης, ούτε της αντιπολίτευσης. Ανήκουν στη Δημοκρατία.

Η Βουλή, το Σύνταγμα, η Προεδρία της Δημοκρατίας, ακόμη και οι επετείοι της ιστορικής μας διαδρομής, δεν είναι πεδία τακτικής αντιπαράθεσης. Είναι σημεία αναφοράς.

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι θεσμοί οφείλουν να μένουν.

Και η αντιπολίτευση έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί, να καταψηφίζει, να ασκεί σκληρή κριτική. Αλλά έχει και μια ευθύνη που δεν μπορεί να παρακάμπτει: να ξεχωρίζει πότε μιλά ως πολιτικός αντίπαλος και πότε ως μέρος του θεσμικού κορμού της χώρας.

Γιατί η Δημοκρατία δεν προστατεύεται με απουσίες. Ούτε με σιωπηλά «παρών». Προστατεύεται με καθαρές θέσεις, με παρουσία και με ανάληψη ευθύνης.

Και στο τέλος, η Ιστορία καταγράφει με τρόπο αμείλικτο εκείνους που είδαν στους Θεσμούς μια ευκαιρία για να πετύχουν τους σκοπούς τους αδιαφορώντας για τους Θεσμούς.

Η ίδια απαξίωση έλαβε χώρα και στην επέτειο αποκατάστασης της Δημοκρατίας. Η δεξίωση της 24ης Ιουλίου δεν είναι κοινωνικό γεγονός. Είναι πολιτειακή μνήμη, η στιγμή που η χώρα θυμάται την μετάβασή της από τη  δικτατορία στη Δημοκρατία, την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, την προσπάθεια επούλωσης συλλογικών τραυμάτων, τη συγκρότηση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας και τη θεμελίωση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η παρουσία εκεί δεν είναι ούτε πολιτική δήλωση υπέρ της κυβέρνησης ούτε επιβεβαίωση καλών σχέσεων με τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είναι κάτι πιο απλό και ταυτόχρονα θεμελιώδες, η αναγνώριση ότι υπάρχει συνέχεια στο κράτος.

Φέτος, από τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης, παρόντες ήταν ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Δημήτρης Κουτσούμπας. Οι υπόλοιποι επέλεξαν την απουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνολικά, ενώ η ΝΙΚΗ και η Πλεύση Ελευθερίας με σαφή πολιτική αιχμή. Κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν να παραστεί. Αυτό είναι δεδομένο. Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το δικαίωμα. Κρίνεται από το μήνυμα.

Και όταν η επέτειος της Δημοκρατίας μετατρέπεται σε ακόμη ένα πεδίο πολιτικής διαφοροποίησης, τότε το πρόβλημα δεν είναι η απουσία. Είναι η απομείωση του ίδιου του θεσμικού νοήματος.