Αντί για startups, κόμματα...
EUROKINISSI
EUROKINISSI

Αντί για startups, κόμματα...

Η εβδομάδα που μόλις πέρασε έκανε σαφές ότι, παρ’ όλο που η χώρα μας έχει κάνει τεράστια βήματα εκσυγχρονιστικής προόδου τα τελευταία 7 χρόνια και έχει, σχεδόν, αναπληρώσει τις οικονομικές απώλειες του 2010-19, το πολιτικό σύστημα νοσεί βαρύτατα. Δυστυχώς, η Ελλάδα είναι, ακόμη, μια χώρα όπου «συμφέρει» περισσότερο να δημιουργήσεις νέο κόμμα παρά νεοφυή επιχείρηση. Είναι, επιπλέον, και ευκολότερο… Ο Μάιος 2026 θα μείνει στην ιστορία ως ο μήνας της γέννησης τριών νέων κομμάτων.

Ο λόγος είναι σαφής: τα κοινοβουλευτικά κόμματα απολαμβάνουν κρατικής επιχορήγησης και τα στελέχη τους μισθοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο χωρίς, ουσιαστικά, να χρειάζεται να εργάζονται παραγωγικά. Το μόνο που απαιτείται είναι να βρεθεί ικανός αριθμός ψηφοφόρων που να πει «Τι ωραία που τα λένε!». Και με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται μια καλοπληρωμένη αργομισθία και τέσσερα χρόνια δημοσιότητας σε αντάλλαγμα για συμμετοχή σε παράθυρα και πάνελ τηλεοπτικών εκπομπών. Χωρίς να χρειάζεται να κρίνεται η σοβαρότητα ή η βιωσιμότητα των όσων λες.

Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δε, αυτή είναι μια από τις ευκολότερες ασκήσεις. Η κατάτμηση του κοινού που επιτρέπουν τα έξυπνα κινητά και το διαδίκτυο σημαίνει ότι σχεδόν ο οποιοσδήποτε μπορεί να δημιουργήσει μια εκλογική βάση στον κυβερνοχώρο και να την «εξαργυρώσει» στις κάλπες. 

Έτσι, λοιπόν, αντί να διαβάζουμε στατιστικές για το πόσες νεοφυείς επιχειρήσεις και σε ποιους κλάδους, δημιουργήθηκαν το 2025 και το πρώτο τρίμηνο 2026, κατακλυζόμαστε από δημοσκοπήσεις σχετικά με το τι ποσοστό θα πάρουν τα «νεοφυή κόμματα» της Καρυστιανού, του Τσίπρα, του Σαμαρά και εάν ο Ανδρουλάκης θα αντέξει στην εκλογική πίεση που θα του ασκήσει ο Τσίπρας.

Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό ούτε η χώρα μας το ζει για πρώτη φορά. Στο καταπληκτικό βιβλίο του «Στρεβλή Πορεία 1960-1974» (Μεταίχμιο, 2024), ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου τεκμηριώνει ότι το πραξικόπημα του 1967 ήταν το αποτέλεσμα της αποτυχίας του τότε πολιτικού συστήματος (και ειδικά, του κέντρου και της αριστεράς) να ανταποκριθεί στις μεταρρυθμιστικές επιταγές της εκρηκτικής οικονομικής ανάπτυξης που βίωνε η Ελλάδα.

Ελλείψει προτάσεων για την οικονομική και κοινωνική μετεξέλιξη της χώρας μας, που για πρώτη φορά στην ιστορία της βιομηχανοποιείτο και ξέφευγε από τη φτώχεια, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, για να ανέλθουν στην εξουσία, ανέσυραν από τα αζήτητα τα συνθήματα του Εθνικού Διχασμού, επένδυσαν στην τοξικότητα και τον λαϊκισμό και ανέχτηκαν την ανατροπή της κυβέρνησης Καραμανλή από το παλάτι, τον Ιούνιο 1963. Η ατμόσφαιρα αυτή, δε, εντάθηκε μετά τα Ιουλιανά του 1965 και οδήγησε στην 21η Απριλίου.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα, αν και, λόγω απουσίας της αποσταθεροποιητικής για το πολίτευμα ύπαρξης «ανεύθυνου πολιτειακού άρχοντα», το διακύβευμα δεν είναι η δημοκρατία και οι ελευθερίες του λαού αλλά η δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας, η σύγκλιση με το βιοτικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εθνική ασφάλεια της χώρας. Δηλαδή το μέλλον μας και των παιδιών μας σε πολύ πιο ουσιαστικό επίπεδο.

Ευτυχώς, η κυβέρνηση της ΝΔ έχει να επιδείξει σημαντικότατο έργο και ο πολιτικός συνασπισμός κεντροδεξιάς και κέντρου που δημιούργησε το 2019 ο πρωθυπουργός φαίνεται ότι εξακολουθεί να υφίσταται - ειδικά ελλείψει αξιόπιστης εναλλακτικής. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, όπως έγραψα στον χώρο αυτό πρόσφατα, η αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές είναι, κατά τη γνώμη μου, βεβαιότητα.

Όμως, η πρόοδος που έχει σημειωθεί σχεδόν σε όλους τους τομείς, είναι ακόμη εύθραυστη, γιατί δεν έχει αποτυπωθεί ακόμη στα πορτοφόλια όλων και η κυβέρνηση, κατά τη γνώμη μου, υστερεί στην επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτείας της. Ήδη, έχουν ακουστεί φωνές που υποστηρίζουν ότι πρέπει να ακυρωθεί η ανεξαρτησία της ΑΑΔΕ και να περιέλθουν και πάλι οι φορολογικές αρχές υπό «δημοκρατικό έλεγχο». Η συμμαχία με το Ισραήλ και η αμυντική θωράκιση της χώρας έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, κάτι που θα αποτελούσε εσχάτη προδοσία εάν δεν ήταν τόσο εξόφθαλμα υποκινούμενο από ξένα κέντρα που να καταντά αστείο.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εκπροσωπούν την Ελλάδα που κατέρρευσε το 2010 και διαλύθηκε το 2015. Η πολιτική τους πρόταση, δυστυχώς, εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τη νομή του δημοσίου, σε όλες του τις εκφάνσεις. Απόδειξη αυτού είναι ότι όλα τα «σκάνδαλα» που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια σχετικά με τη διαχείριση δημοσίων πόρων (π.χ. ΟΠΕΚΕΠΕ) ή τη λειτουργία του δημοσίου (π.χ. Τέμπη) έπληξαν περισσότερο τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρά την κυβέρνηση.

Από εκεί πηγάζει, κατά τη γνώμη μου, και το, εκ πρώτης όψεως, ανεξήγητο μίσος που χαρακτηρίζει την αντιπολιτευτική στάση κομμάτων και των ψηφοφόρων τους: το δημόσιο δεν είναι πια αγελάδα προς άρμεγμα, το gov.gr έχει βάλει τέλος στις συναλλαγές δημοσίων υπαλλήλων με πολίτες, το δημόσιο δεν προσλαμβάνει πια σαν να μην υπάρχει αύριο και το Ταμείο Ανάκαμψης διοχετεύθηκε σε έργα υποδομής που έχουν αλλάξει την Ελλάδα και όχι σε ρεμούλες και προσλήψεις, όπως γινόταν από το 1981 έως το 2010.

Το μίσος εναντίον του Μητσοτάκη είναι τα «απόνερα» των βίαιων επεισοδίων της πλατείας Συντάγματος του 2010-12. Και τα δύο εκπορεύονται από το ίδιο σημείο εκκίνησης: την προσπάθεια ενός ολόκληρου κόσμου που είχε μάθει να ευημερεί στις πλάτες όσων δεν είχαν πολιτική ισχύ να περισώσει τα προνόμια του.

Η ευθύνη και το καθήκον του πρωθυπουργού είναι να κάνει την Ελλάδα μια χώρα όπου συμφέρει να ξεκινήσει κανείς νεοφυή επιχείρηση και όχι νέο κόμμα. Δεν είμαστε ακόμη στο σημείο αυτό. Αναλογιστείτε ότι καμία από τις κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν την κυβέρνηση της ΕΡΕ το 1963, δεν άλλαξε ούτε κατά μια κεραία την οικονομική πολιτική της περιόδου 1955-63 του Κωνσταντίνου Καραμανλή: ούτε η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, ούτε των «αποστατών» αλλά ούτε και η χούντα. Γιατί δεν υπήρχε λαϊκή υποστήριξη για την αλλαγή μιας πολιτικής που είχε τόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα στο βιοτικό επίπεδο όλου του λαού.

Αυτός πρέπει να είναι σήμερα ο στόχος της κυβέρνησης: να κάνει την πολιτική της αυτονόητη και την ανατροπή αυτής της πολιτικής πολιτικά αυτοκτονική. Με άλλα λόγια, startups και όχι κόμματα.


*Ο Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης είναι διδάκτορας χρηματοοικονομικών του University of Southern California και ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της καναδικής επενδυτικής εταιρίας Syracuse Main, Inc.