Η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας Αλεξάνδρα Σδούκου κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση θα τοποθετηθεί για το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ όταν η δικογραφία φτάσει στη Βουλή. Τόνισε ότι το παλιό πελατειακό κράτος πρέπει να εκλείψει και πως αυτό επιχειρεί η κυβέρνηση, ενώ παράλληλα τοποθετήθηκε ξεκάθαρα για την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας, ξεκαθαρίζοντας ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027.
Η κ. Σδούκου αναφερόμενη στο ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ αναγνώρισε πως δεν είναι ευχάριστη εξέλιξη και κανένας δεν μπορεί να εμφανίζεται αδιάφορος ή απροβλημάτιστος απέναντι σε αυτή την υπόθεση.
«Ακριβώς γι' αυτό, η υπεύθυνη στάση δεν είναι να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα, αλλά να περιμένουμε να έρθει η δικογραφία στη Βουλή και να δούμε τα πραγματικά στοιχεία. Τι αφορά, ποιους αφορά, τι έχει ειπωθεί και τι έχει συμβεί», σημείωσε.
Ανέφερε, επίσης, ότι «μέχρι τώρα υπάρχουν δημοσιογραφικές πληροφορίες για το τι περιλαμβάνει, όμως η πολιτική και θεσμική ευθύνη απαιτεί να μιλήσουμε με βάση τα δεδομένα και όχι τις εντυπώσεις, δηλαδή να γνωρίζουμε επακριβώς τι αναφέρεται στη δικογραφία». ΄
Η κ. Σδούκου υπογράμμισε ότι «ο πρωθυπουργός έχει αποδείξει στην πράξη ότι δεν αποδέχεται, δεν ανέχεται και δεν συγκαλύπτει παράτυπες ή παράνομες συμπεριφορές. Αυτό δεν είναι μια συγκυριακή στάση, είναι στοιχείο του τρόπου διακυβέρνησης και της πολιτικής του ταυτότητας». Σημείωσε δε, σε σχέση με τα κατονομαζόμενα πρόσωπα, ότι «υπάρχει και το τεκμήριο αθωότητας. Οι υποθέσεις κρίνονται από τη Δικαιοσύνη. Δεν μπορούμε να καταδικάζουμε με εικασίες, ούτε να εργαλειοποιούμε μια υπόθεση πριν δούμε στοιχεία, αποδείξεις, το περιεχόμενο που εισφέρει η έρευνα».
Υπενθύμισε ότι η «αλλαγή που έκανε στο Σύνταγμα η κυβέρνηση, πίσω στο 2019, για να γίνονται άρσεις ασυλίας και να κρίνονται οι βουλευτές από τη Δικαιοσύνη για περιπτώσεις έξω από τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα, κάτι που δεν γινόταν με αυτό τον τρόπο νωρίτερα ούτε επί ΣΥΡΙΖΑ, ούτε παλιότερα επί ΠΑΣΟΚ».
Επιπλέον, η εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ ανέδειξε την ιστορική συνέχεια προβλημάτων, σημειώνοντας ότι αν αποστασιοποιηθεί κανείς από τη συγκυρία και δει τη μεγάλη εικόνα, θα δει ότι το ελληνικό κράτος για δεκαετίες λειτούργησε πάνω σε πελατειακές σχέσεις.
«Αυτό είναι μια πραγματικότητα που δεν αρνούμαστε, αλλά ακριβώς γι' αυτό προσπαθούμε να αλλάξουμε. Η Ελλάδα που θέλουμε δεν είναι μια χώρα όπου ο πολίτης χρειάζεται μεσάζοντες ή «μπάρμπα στην Κορώνη» για να εξυπηρετηθεί. Θέλουμε ένα κράτος που λειτουργεί με κανόνες, με διαφάνεια, με ψηφιακά εργαλεία και χωρίς εξαρτήσεις», τόνισε.
Ανέφερε δε ότι «ιδίως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αναδεικνύει μια συστημική παθογένεια, ένα βαθύ κράτος με διασυνδέσεις και πρακτικές που αναπαράγονταν για χρόνια. Δεν αφορά έναν ή δύο, αλλά μια ολόκληρη αλυσίδα. Όπου υπήρξαν πολλά και μεγάλα κενά στον μηχανισμό, έτσι, πολλοί βρήκαν «πόρτες και παράθυρα» ανοιχτά και έκλεψαν από τους νόμιμους δικαιούχους. Αυτές οι παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις δεν έχουν κομματική ταυτότητα. Ελέγχονται χιλιάδες περιπτώσεις. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό το φαινόμενο έχει χρώμα».
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο επεσήμανε η κ. Σδούκου: «Όταν αναγνωρίζεις μια παθογένεια, να έχεις τη βούληση να τη σπάσεις. Εμείς λέμε ναι, αυτό πρέπει να γίνει. Και αυτό κάναμε, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη και προχωρώντας σε παρεμβάσεις για να μπει τέλος σε αυτές τις πρακτικές. Γιατί στην πράξη μόνο έτσι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα Ελλάδα, μακριά από τις παθογένειες που σέρνουμε από το παρελθόν. Αυτό είναι διαχρονικά και η πολιτική πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αυτό επιχειρεί να υλοποιήσει, παρά τις αστοχίες και τα λάθη που πράγματι υπάρχουν».
Η εκπρόσωπος Τύπου πρόσθεσε: «Βλέπουμε το ΠΑΣΟΚ να επιλέγει συνειδητά έναν καταγγελτικό λόγο, να επαναλαμβάνει διαρκώς λέξεις όπως «σκάνδαλα», «διαφθορά» και «κράτος δικαίου», χωρίς όμως να παρουσιάζει μια ουσιαστική προγραμματική πρόταση. Αυτό δεν είναι εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Είναι μια στρατηγική έντασης, που μέχρι τώρα δεν φαίνεται να δίνει απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα, ούτε να πείθει την κοινωνία».
Τόνισε, επίσης, πως «η κοινωνία δεν ζητά μόνο καταγγελίες. Ζητά λύσεις, σοβαρότητα και σχέδιο. Και σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση, το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα υψώσει περισσότερο τους τόνους, αλλά ποιος θα συμβάλει, ώστε να μπει τέλος σε παθογένειες δεκαετιών και ποιος θα στηρίξει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα».
Ενώ υπογράμμισε πως «εμείς πήραμε την ευθύνη της αναγκαίας αυτής αλλαγής και πήραμε και το κόστος.Αυτό σημαίνει διακυβέρνηση, αυτό σημαίνει και πρόταση διακυβέρνησης, το ΠΑΣΟΚ όμως φαίνεται να τα αγνοεί».
Σε ερώτηση για την πιθανότητα προσφυγής στις κάλπες, η κ. Σδούκου απάντησε κατηγορηματικά ότι «οι εκλογές θα γίνουν το 2027. Δεν υπάρχει κανένα σενάριο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Δεν ταιριάζει στον Κυριάκο Μητσοτάκη να μετατρέπει μια περίοδο διεθνούς αστάθειας σε ευκαιρία πολιτικού τακτικισμού. Σε μια συγκυρία με πόλεμο, γεωπολιτικές εντάσεις και οικονομικές πιέσεις, η χώρα χρειάζεται σταθερότητα, όχι εκλογικούς αιφνιδιασμούς».
Παράλληλα, σημείωσε ότι η κυβέρνηση δεν σκέφτεται μικροπολιτικά όπως η αντιπολίτευση, τονίζοντας ότι «θα ήταν επιπόλαιο - έως και καιροσκοπικό - να μπει η χώρα σε εκλογικό κύκλο για μικροκομματικούς λόγους. Η κυβέρνηση έχει συγκεκριμένο έργο να ολοκληρώσει και αυτό θα κάνει. Και στο τέλος της θητείας της θα κριθεί συνολικά από τους πολίτες για τη διαχείριση των κρίσεων, για τις μεταρρυθμίσεις που προχώρησαν, για τις αλλαγές που έγιναν και για εκείνες που πρέπει να συνεχιστούν. Δηλαδή για όσα έκανε και για όσα θα προτείνει για την Ελλάδα του 2030».
Όπως τόνισε η κ. Σδούκου «Αυτή είναι η ουσία της εκλογικής διαδικασίας και της κρίσης από τους πολίτες στη δημοκρατία. Καθαρή εντολή, καθαρός απολογισμός και καθαρό σχέδιο για την επόμενη ημέρα».
Για το κόμμα της κας Καρυστιανού, η κ. Σδούκου δήλωσε ότι κάθε πολίτης μπορεί να κάνει κόμμα, αν αυτό πιστεύει ότι πρέπει να πράξει.
«Είναι πολύ σεβαστό και έτσι είναι η Δημοκρατία. Επιλέγει να κατέβει στην πολιτική σκηνή, να ζητήσει την ψήφο των Ελλήνων. Από εκεί και πέρα κρίνεται πλέον ως πολιτικός αντίπαλος και θα κριθεί μέσα από τις θέσεις της και τον προγραμματικό της λόγο. Τα μέχρι τώρα δείγματα γραφής όμως δείχνουν ότι υπάρχει μια επιπολαιότητα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει και στο θέμα της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος, αλλά και στην αβαθή αντιμετώπιση των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, όπως φανερώνουν τα εύκολα σχόλια για προδότες και πατριώτες», ανέφερε.
Επισήμανε επ΄αυτού ότι ενδιαφέρον έχει ο χρόνος ανακοίνωσης του κόμματος. «Ίσως να ήθελε να προλάβει το κόμμα Τσίπρα ή να έχει με μεγαλύτερη άνεση την ευκαιρία να ανταγωνιστεί σε θέματα της αντιθεσμικότητας ή του αντισυστημισμού με την κυρία Κωνσταντοπούλου». Πλέον, με πολιτικούς καθαρά όρους «θα τα κρίνουμε στην πορεία όλα αυτά που θα πει και κυρίως θα τα κρίνει και ο κόσμος», κατέληξε η κ. Σδούκου.
