Οι τρεις ανοιχτές πληγές της οικονομίας: Στέγη, ακρίβεια και γεωπολιτική αβεβαιότητα
Eurokinissi
Eurokinissi

Οι τρεις ανοιχτές πληγές της οικονομίας: Στέγη, ακρίβεια και γεωπολιτική αβεβαιότητα

Τρεις βασικές εστίες αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία αναδεικνύει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στη νέα τριμηνιαία έκθεσή του, παρά τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής και τη θετική εικόνα των δημοσιονομικών μεγεθών.

Το πρώτο καμπανάκι αφορά τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, τον οποίο το Γραφείο ζητεί να αξιοποιηθεί με σύνεση και όχι μέσα από οριζόντιες παροχές. Η σύσταση είναι οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθυνθούν σε παρεμβάσεις που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, όπως η μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας και τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξαγωγικού προσανατολισμού.

Το δεύτερο σημείο προβληματισμού είναι η διεθνής αβεβαιότητα από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις πιέσεις στις ενεργειακές αγορές. Αν και η τρέχουσα κρίση εκτιμάται ηπιότερη σε σχέση με την ενεργειακή αναταραχή του 2021-2022, οι επιπτώσεις της έχουν ήδη γίνει ορατές σε ενέργεια, πληθωρισμό και διεθνές εμπόριο. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Γραφείο αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω την εκτίμησή του για την ανάπτυξη του 2026 στο 1,9%, από 2% προηγουμένως.

Το τρίτο και ίσως πιο κοινωνικά ευαίσθητο ζήτημα είναι η στεγαστική κρίση. Το Γραφείο επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται μόνο στη χαμηλή οικοδομική δραστηριότητα, αλλά και στη μη αξιοποίηση μεγάλου μέρους του υπάρχοντος οικιστικού αποθέματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2021 οι κενές κατοικίες έφταναν τα 2,28 εκατομμύρια, δηλαδή το 34,5% του συνόλου. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτών δεν είναι πραγματικά διαθέσιμο για μίσθωση ή πώληση λόγω νομικών, κληρονομικών, τεχνικών ή γεωγραφικών εμποδίων.

Η έκθεση σημειώνει ότι η μειωμένη αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών συνδέεται με άνοδο των πραγματικών τιμών έως και 19,1% την περίοδο 2018-2025. Αντίστροφα, ένα σενάριο σταδιακής επανένταξης κενών κατοικιών στην αγορά θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των πραγματικών τιμών κατά 15,5% έως 24,6%, ανάλογα με τις υποθέσεις του μοντέλου.

Για την αντιμετώπιση του στεγαστικού, το Γραφείο προτείνει παρεμβάσεις που θα αυξήσουν την πραγματικά διαθέσιμη προσφορά κατοικιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επιτάχυνση επίλυσης κληρονομικών και κτηματολογικών εκκρεμοτήτων, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, στοχευμένη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε περιοχές υψηλής πίεσης και στήριξη ανακαινίσεων υπό τον όρο επανένταξης των ακινήτων στη μακροχρόνια αγορά.

Παρά τους κινδύνους, η γενική εικόνα της οικονομίας παραμένει θετική. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 0,3% στην Ευρωζώνη, με στήριξη από την ιδιωτική κατανάλωση, τις εξαγωγές, τη δημόσια κατανάλωση και κυρίως τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 12,1%.

Ωστόσο, ο πληθωρισμός παραμένει πηγή ανησυχίας. Τον Μάιο διαμορφώθηκε στο 4,9%, αισθητά υψηλότερα από το 3,2% της Ευρωζώνης, γεγονός που σύμφωνα με το Γραφείο διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η έκθεση καταγράφει επίσης θετικές προοπτικές για τη χώρα, όπως η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η πολιτική σταθερότητα, η ισχυρή πορεία του τουρισμού και η πρόοδος στην ολοκλήρωση του Κτηματολογίου. Παράλληλα, όμως, προειδοποιεί ότι καθυστερήσεις στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης ή νέα άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσαν να περιορίσουν την αναπτυξιακή δυναμική.

Το βασικό μήνυμα του Γραφείου είναι ότι η Ελλάδα έχει πλέον καλύτερη δημοσιονομική και αναπτυξιακή αφετηρία, αλλά το επόμενο στάδιο απαιτεί προσεκτικές επιλογές. Η διατήρηση της σταθερότητας, η ενίσχυση των επενδύσεων, η αντιμετώπιση του στεγαστικού και η συγκράτηση του πληθωρισμού αποτελούν τις τέσσερις κρίσιμες προϋποθέσεις για να συνεχιστεί η θετική πορεία της οικονομίας.