Γιατί επιμένει η ακρίβεια στα τρόφιμα
Shutterstock
Shutterstock

Γιατί επιμένει η ακρίβεια στα τρόφιμα

Διάβασα πρόσφατα την έρευνα που έκανε η Pulse RC σε συνεργασία και για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητήριου Αθηνών για την περιφέρεια Αττικής. Στην έρευνα αυτή, η ακρίβεια είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που απασχολεί τους Έλληνες. Τα βασικά αγαθά (φαγητό, τρόφιμα, ποτά, super market) από έξι στους δέκα συμμετέχοντες και η ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, θέρμανση) από τρεις στους δέκα, είναι οι δύο κατηγορίες εξόδων που εξακολουθούν να προβληματίζουν περισσότερο τα ελληνικά νοικοκυριά.

Την ίδια ώρα, το βασικό εργαλείο της ΕΚΤ για την συγκράτηση του πληθωρισμού, είναι οι αυξήσεις των επιτοκίων. Έχουν γίνει, μέχρι στιγμής, 10 αυξήσεις επιτοκίων. Το αποτέλεσμα; Μηδέν. Ο πληθωρισμός δεν δείχνει να τιθασεύεται, όχι μονάχα στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Είναι προφανές το γιατί: οι αυξήσεις επιτοκίων είναι αποτελεσματικές όταν έχουμε πληθωρισμό που οφείλεται στην αυξημένη ζήτηση της οικονομίας. Έχει δηλαδή υπερθερμανθεί τόσο πολύ η οικονομία που χρειάζεται την αύξηση των επιτοκίων για να μετριάσει την επενδυτική και καταναλωτική συμπεριφορά ώστε τελικά η οικονομία να επανέλθει σε «φυσιολογικά» επίπεδα.

Η σημερινή ακρίβεια, όμως, δεν οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης. Οφείλεται σε δομικούς, βαθύτερους παράγοντες, που επηρεάζουν την προσφορά. Διεθνώς, μετά την πανδημία, παρατηρήθηκαν επικίνδυνες αρρυθμίες στις αγορές, λόγω της προηγούμενης υπερβολικής εξάρτησης των χωρών από ξένες (κυρίως κινεζικές και ινδικές) μονάδες παραγωγής προϊόντων κρίσιμων για την υγεία των πληθυσμών τους, όπως ιατρικά και φαρμακευτικά προϊόντα, τρόφιμα, ενέργεια κ.λπ.

Οι αρρυθμίες αυτές δεν έχουν αποκατασταθεί ακόμη, καθώς πολλές δυτικές εταιρείες κάνουν ήδη ένα επιπλέον βήμα: αποφασίζουν να επαναπατρίσουν όλες τις δραστηριότητές τους, πεπεισμένες πλέον ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους με την αυτοματοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών αντί της χρήσης φτηνών εργατικών χεριών θα είναι τελικά πιο αποτελεσματική.

Επιπλέον, το φαινόμενο Ελ Νίνιο, το οποίο ξεκίνησε τον Ιούνιο είναι πιθανό να επηρεάσει αρνητικά την παραγωγή ορισμένων τροφίμων το 2024. Επίσης, ο πόλεμος στην Ουκρανία ενέχει πάντα τον κίνδυνο να προκαλέσει νέες πιέσεις στις τιμές όχι μόνο των σιτηρών, αλλά και των ελαίων και λιπασμάτων.

Έπειτα, η συμφωνία για τις εξαγωγές δημητριακών μέσω Μαύρης Θάλασσας έχει λήξει και υπάρχει αβεβαιότητα για τη δυνατότητα της Ουκρανίας να χρησιμοποιεί εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι εάν συνεχιστούν οι περιορισμοί από βασικούς παραγωγούς στις εξαγωγές τροφίμων, όπως τα σιτηρά, το καλαμπόκι, το ρύζι – η τιμή του κινείται σε υψηλά επίπεδα 15ετών - σε συνδυασμό με άλλες γεωπολιτικές εξελίξεις, η παγκόσμια αγορά θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με ένα νέο κύκλο κρίσεων.

Στην Ελλάδα πέρα από τους παραπάνω παράγοντες υπάρχει ένα επιπρόσθετο ζήτημα που σχετίζεται με τη λειτουργία των αγορών αγαθών και υπηρεσιών. Η έλλειψη ανταγωνισμού και η δημιουργία καρτέλ οδηγεί πολλές επιχειρήσεις σε «πληθωρισμό απληστίας», δηλαδή σε αισχροκέρδεια.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον καταναλωτή; Επιδείνωση της ακρίβειας, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση. Στο μέτωπο αυτό θα δοκιμαστούν για ακόμη μια φορά τα αντανακλαστικά της και πολλά εξαρτώνται από το ποια μέτρα θα προκρίνει, ποια εργαλεία θα χρησιμοποιήσει, και σε τι βαθμό θα ενεργοποιήσει όλους τους μηχανισμούς τόνωσης του ανταγωνισμού.

* Παναγιώτης Λιαργκόβας, Πρόεδρος του ΚΕΠΕ και του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου