Μπαίνοντας στο 2026, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους πολίτες της χώρας είναι το αυξημένο κόστος ζωής. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει εκσυγχρονίσει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της καθημερινότητας, δεν μπορεί όμως να κάνει πολλά στο μέτωπο της ακρίβειας.
Κάθε έξυπνος άνθρωπος βέβαια καταλαβαίνει πως το πρόβλημα δεν είναι οι τιμές των πραγμάτων, αλλά τα χαμηλά εισοδήματα. Το περίφημο «καλάθι της νοικοκυράς» κοστίζει και στην Ελλάδα πάνω κάτω όσο και στις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκες χώρες - οι μισθοί όμως είναι δύο και τρεις φορές χαμηλότεροι.
Και πώς ανεβαίνουν οι μισθοί; Όταν μία υγιής οικονομία παράγει πρωτογενή πλούτο και οι επιχειρήσεις έχουν σημαντικά κέρδη, ένα κομμάτι πάντοτε επιστρέφει στους εργαζόμενους υπό μορφή αυξήσεων, μπόνους και άλλων εργοδοτικών παροχών. Φυσικά, το πατροπαράδοτο αριστερό αφήγημα λέει τα ακριβώς αντίθετα, αλλά αυτά είναι μπούρδες. Δεν υπάρχει υγιής, επιτυχημένη επιχείρηση στον πλανήτη που δεν επιβραβεύει οικονομικά την απόδοση των καλών εργαζομένων της.
Και αφού η ελληνική οικονομία σύμφωνα με την κυβέρνηση πηγαίνει καλά, γιατί δεν ανεβαίνουν οι μισθοί; Μα, διότι πολύ απλά η ελληνική οικονομία δεν πορεύεται με βάση ένα υγιές αναπτυξιακό μοντέλο.
Ποιος είναι με διαφορά ο μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα; Το ελληνικό δημόσιο, που πληρώνει κάθε μήνα 700 χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους και περίπου 2,8 εκατομμύρια συνταξιούχους.
Από πού βρίσκει χρήματα το ελληνικό δημόσιο; Μα, επιβάλλοντας φόρους στον πλούτο που παράγει ο ιδιωτικός τομέας, στον οποίο απασχολούνται μόλις 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι από τα συνολικά δέκα εκατομμύρια του πληθυσμού.
Όποιος αμφιβάλλει, ας δει τον κρατικό προϋπολογισμό εσόδων του 2026: από ένα σύνολο αναμενόμενου «φρέσκου» χρήματος 81 δισ. ευρώ (έχοντας αφαιρέσει δάνεια και χρηματοοικονομικά), μόνο τα 1,2 δισ. προέρχονται από «πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών»! Όλα τα υπόλοιπα 80 δισ. είναι από φορολογία.
Δεν χρειάζεται λοιπόν διδακτορικό στα οικονομικά για να καταλάβει ακόμη και ένα παιδί του δημοτικού, τη θηριώδη ανορθογραφία: Ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας αντλεί μόλις το 1,5% του εισοδήματος του, δημιουργώντας πλούτο! Ε, πώς να μπορέσει αυτός ο κακομοίρης ο εργοδότης να δώσει σοβαρές αυξήσεις στα 3,5 εκατομμύρια ανθρώπους που πληρώνει κάθε μήνα;
Θα μπορούσε όμως το ελληνικό δημόσιο να παράγει πρωτογενή πλούτο για τη χώρα;
Να πουλάει πχ η κρατική ΕΑΒ σε ολόκληρο το πλανήτη ελληνικής κατασκευής αεροπλάνα; Να εισπράττουν τα κρατικά πανεπιστήμια δίδακτρα από τους ξένους φοιτητές (όπως τα πανεπιστήμια της Βοστώνης που εισπράττουν κάθε χρόνο 15-20 δισ.) και τα κρατικά νοσοκομεία νοσήλια, από ξένους ασθενείς;
Φυσικά. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι προς τα εκεί κατευθύνονται τα πράγματα. Αλλά θα χρειαστούν δεκαετίες ίσως σταθερής και ικανής διακυβέρνησης, πριν δούμε αποτελέσματα που θα κάνουν τη διαφορά. Και το απολύτως μεγαλύτερο εμπόδιο που θα πρέπει να νικήσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις σε αυτή την πορεία οικονομικού εξορθολογισμού, είναι η στρεβλή συλλογική μας πεποίθηση που (ακόμη δυστυχώς!) αποθεώνει τον κρατικό έλεγχο στην οικονομία και δαιμονοποιεί την ελεύθερη ατομική επιχειρηματική δράση.
Και εδώ ακριβώς είναι το σημείο όπου η ελληνική εκπαίδευση οφείλει να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο. Όχι στο λύκειο και το πανεπιστήμιο, αλλά στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό.
Στις μικρές ηλικίες είναι που θα πρέπει να αρχίσει να μεταλαμπαδεύεται στα παιδιά η αγάπη για την ανακάλυψη του καινούριου, να αποθεώνεται η περιέργεια και να επιβραβεύεται η πρωτότυπη σκέψη και η ανάληψη ατομικής ευθύνης. Να εξάρονται οι καλές ιστορίες επιτυχίας και αποτυχίας και να ενισχύεται, όχι η αποστήθιση αλλά η εφαρμογή της γνώσης σε συνθήκες πραγματικής ζωής. Να μετατρέπεται κάθε σχολείο σε κοιτίδα υλοποίησης ιδεών, με την ευθύνη της εφαρμογής να ανήκει στα ίδια τα παιδιά - όχι στους ενήλικες. Να τα κάνουμε να ονειρεύονται από νωρίς έναν συναρπαστικό και περιπετειώδη βίο και όχι μια εξασφαλισμένη ζωή χαμηλών προσδοκιών. Τα έχουμε γράψει χιλιάδες φορές.
Πόσο δύσκολο είναι να γίνει αυτό το γνωρίζουμε όλοι - και περισσότερο ο/η εκάστοτε Υπουργός Παιδείας! Αλλά πραγματικά, αν θέλουμε η χώρα να κινηθεί με γρήγορα βήματα προς ένα ορθολογικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Είναι επιτακτική ανάγκη επιβίωσης η αλλαγή της συλλογικής μας νοοτροπίας. Και ίσα-ίσα που προλαβαίνουμε.
* O Γιάννης Γιαννούδης είναι συνιδρυτής στο σχολείο Dorothy Snot & στη διαδικτυακή πλατφόρμα έμπνευσης thewhycommunity.com.
