Το ελληνικό χρέος αλλάζει πίστα: Πώς η Ελλάδα αφήνει πίσω την Ιταλία
Shutterstock
Shutterstock

Το ελληνικό χρέος αλλάζει πίστα: Πώς η Ελλάδα αφήνει πίσω την Ιταλία

Σε μια από τις πιο εντυπωσιακές δημοσιονομικές ανατροπές των τελευταίων ετών εξελίσσεται η πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους. Από την κορύφωση της κρίσης, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στην πρώτη θέση παγκοσμίως ως προς το χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ, η χώρα καταγράφει πλέον τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση στην Ευρωζώνη, ενώ οι ευρωπαϊκές προβλέψεις δείχνουν ότι μέσα στα επόμενα χρόνια η Ιταλία θα εμφανίζει υψηλότερο δείκτη χρέους από την Ελλάδα.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στην Εαρινή Έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η οποία αναδεικνύει τόσο τη θεαματική αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους όσο και τη συμβολή της στρατηγικής που εφαρμόζει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), μέσω διαδοχικών πρόωρων αποπληρωμών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης.

Το χρέος υποχωρεί με ταχύτερο ρυθμό από κάθε άλλη χώρα

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται με ιδιαίτερα υψηλή ταχύτητα τα επόμενα χρόνια.

Μετά την αποκλιμάκωση στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, ο λόγος χρέους αναμένεται να περιοριστεί περαιτέρω στο 136,8% το 2026, περνώντας ξανά κάτω από το όριο του 140% του ΑΕΠ για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια.

Η καθοδική πορεία δεν σταματά εκεί. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι έως το τέλος της δεκαετίας ο δείκτης θα κινηθεί κάτω ακόμη και από το 120% του ΑΕΠ, εξέλιξη που μεταβάλλει ουσιαστικά τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό δημοσιονομικό χάρτη.

Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκονται κυρίως οι υψηλοί ρυθμοί ονομαστικής ανάπτυξης, η διατήρηση σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά και η ενεργητική διαχείριση του δημοσίου χρέους.

Η Ιταλία οδεύει προς την πρώτη θέση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Ενώ η Ελλάδα συνεχίζει να μειώνει σταθερά τον δείκτη χρέους, η Ιταλία ακολουθεί αντίθετη πορεία. Οι ευρωπαϊκές προβλέψεις εκτιμούν ότι το ιταλικό δημόσιο χρέος θα αυξηθεί από 134,9% του ΑΕΠ το 2024 σε περίπου 139,2% το 2027, την ώρα που το ελληνικό θα έχει περιοριστεί περίπου στο 134,4%.

Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ιταλία θα καταστεί η χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, αφήνοντας την Ελλάδα στη δεύτερη θέση μετά από περισσότερο από μία δεκαετία.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Γαλλία, όπου το δημόσιο χρέος ακολουθεί ανοδική τροχιά εξαιτίας των διατηρούμενων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της χαμηλότερης οικονομικής ανάπτυξης.

Οι πρόωρες αποπληρωμές αλλάζουν το προφίλ του χρέους

Σημαντικό μέρος της βελτίωσης αποδίδεται στη στρατηγική του ΟΔΔΗΧ να περιορίζει σταδιακά τα ακριβότερα δάνεια του πρώτου προγράμματος διάσωσης.

Μετά την πλήρη εξόφληση των δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου το 2022, η Ελλάδα προχώρησε σε συνεχόμενες πρόωρες αποπληρωμές των διακρατικών δανείων (GLF).

Τον Δεκέμβριο του 2024 εξοφλήθηκαν πρόωρα περίπου 7,9 δισ. ευρώ, ενώ έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε νέα αποπληρωμή ύψους 5,3 δισ. ευρώ.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα εξόφληση περίπου 7 δισ. ευρώ, η οποία προγραμματίστηκε για το 2026 και αφορά δόσεις που κανονικά θα έληγαν αρκετά χρόνια αργότερα.

Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, έως το 2031 εκτιμάται ότι θα έχει αποπληρωθεί σχεδόν το σύνολο των υπολειπόμενων διακρατικών δανείων του πρώτου μνημονίου.

Η πολιτική αυτή μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζει την έκθεση στις διακυμάνσεις των επιτοκίων και βελτιώνει σημαντικά το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.

Η μεγάλη αλλαγή στη σύνθεση του χρέους

Η σημερινή εικόνα διαφέρει ριζικά από εκείνη της περιόδου πριν από την κρίση.

Το 2010 περίπου το 84% του ελληνικού χρέους βρισκόταν στα χέρια ιδιωτών επενδυτών και μόλις το 16% σε επίσημους θεσμούς. Μετά το PSI και τα προγράμματα στήριξης, η σχέση αυτή αντιστράφηκε πλήρως.

Σήμερα περίπου το 73% του ελληνικού δημόσιου χρέους κατέχεται από ευρωπαϊκούς θεσμούς και οργανισμούς, γεγονός που εξασφαλίζει χαμηλότερα επιτόκια, μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής και πολύ πιο ομαλό προφίλ χρηματοδότησης.

Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση, το ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης, ποσό που θα εξοφλείται σταδιακά έως το 2070.

Τα πλεονάσματα παραμένουν το «κλειδί»

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι η πτωτική πορεία του χρέους δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και να μην αυξηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου.

Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρεί για αρκετά ακόμη χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα κοντά στο 2% του ΑΕΠ, στόχος που απαιτεί σταθερή δημοσιονομική πειθαρχία.

Το μεγάλο «αγκάθι» παραμένουν οι τόκοι

Φυσικά, παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες δαπάνες τόκων στην Ευρωζώνη.

Οι πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους αντιστοιχούν περίπου στο 3,3% του ΑΕΠ, ποσοστό που προσεγγίζει ακόμη και τις ετήσιες αμυντικές δαπάνες της χώρας.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι τυχόν νέα άνοδος των επιτοκίων θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος δανεισμού και να περιορίσει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, ακόμη κι αν η συνολική πορεία του χρέους εξακολουθεί να είναι καθοδική.