ΓΔ: 902,04 2,14 (0,24 %)

Τζίρος: 72,38 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 1991η
Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021

ΓΔ: 902,04 2,14 (0,24 %)

Τζίρος: 72,38 εκατ. €   RT

Αλλάζουν το προφίλ της Ελλάδας τα 37 δισ. της ΕΚΤ

Αλλάζουν το προφίλ της Ελλάδας τα 37 δισ. της ΕΚΤ

Νέα άντληση κεφαλαίων από τις αγορές με αρνητικό επιτόκιο πραγματοποίησε χθες το ελληνικό Δημόσιο, καθώς δανείστηκε 812 εκατ. ευρώ με απόδοση -0,32% μέσω τρίμηνων εντόκων γραμματίων.

Επίσης, χθες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδωσε στη δημοσιότητα τα στοιχεία για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων PEPP ή έκτακτο QE Πανδημίας, το οποίο συμπλήρωσε 1 χρόνο εφαρμογής και που είναι αυτό που ευθύνεται για τα αρνητικά επιτόκια που απολαμβάνει η Ελλάδα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το 2020 ήταν για την ελληνική οικονομία – όπως και για ολόκληρο τον πλανήτη - μία πολύ κακή χρονιά με τρομακτική ύφεση και υπερβολικά υψηλά επίπεδα αβεβαιότητας.

Παρ’ όλα αυτά, το ελληνικό Δημόσιο δανείστηκε από τις αγορές 12 δισ. ευρώ, ενώ συνολικά οι προσφορές των επενδυτών ανήλθαν σε 77 δισ. ευρώ. Ο λόγος που η Ελλάδα προσέλκυσε το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι απλός.

Πέρα από τις όποιες προοπτικές της οικονομίας μετά από τόσα χρόνια κρίσης, οι επενδυτές έκαναν ουρές γιατί βρήκαν στο ελληνικό χρέος δύο δυσεύρετα χαρακτηριστικά. Το πρώτο ήταν τα ανέλπιστα υψηλά επιτόκια για χώρα της Ευρώπης. Το δεύτερο και πιο σημαντικό ήταν η παρουσία της ΕΚΤ, καθώς πλέον με την Ελλάδα στο QE υπάρχει… εκεί έξω, ήτοι στη δευτερογενή αγορά, μόνιμος αγοραστής για τους ελληνικούς τίτλους.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η ΕΚΤ αγόρασε κατά την περίοδο Μαρτίου 2020- Μαρτίου 2021 ελληνικά ομόλογα συνολικού ύψους 21,936 δισ. ευρώ, ποσό σχεδόν διπλάσιο από όλες τις δημοπρασίες του ΟΔΔΗΧ. Αν συνυπολογίσουμε τα 13-15 δισ. ευρώ που μπορεί να αγοράσει η ΕΚΤ έως το τέλος του προγράμματος το 2022, η συνολική συμμετοχή της Ελλάδας στο QE θα φτάσει στα 37 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για μία ένεση ρευστότητας που αλλάζει τα δεδομένα για την χώρα και κάνει ανέλπιστα ομαλή τη μετάβαση σε… φυσιολογικές συνθήκες δανεισμού. Σημειώνεται δε, ότι με βάση το χρηματοδοτικό πλάνο του ΟΔΔΗΧ, η Ελλάδα θα δανειστεί μέσω μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ομολόγων περί τα 12 δισ. ευρώ το 2021.

Όσο η χώρα μας συμμετέχει στο QE οι επενδυτές τρέχουν να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα και το κόστος δανεισμού της χώρας διατηρείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, διευκολύνοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό την προσπάθεια στήριξης της οικονομίας.

Σε αυτό το 12μηνο που η Ελλάδα βρίσκεται στο PEPP, που σημαίνει ότι συμμετέχει (πάλι κατ’ εξαίρεση όπως είχε συμβεί και με τη συμμετοχή των τραπεζών στις πράξεις χρηματοδότησης) στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, το επενδυτικό της προφίλ έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Μετά το PSI και τα χρόνια των μνημονίων η Ελλάδα είχε ανάγκη μία ομαλή περίοδο και η ΕΚΤ την προσέφερε. Απόδειξη τα 6 δισ. ευρώ που έχει δανειστεί μέσα στο 2021 το ελληνικό Δημόσιο μέσω δύο σημαντικών εκδόσεων.

Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στα τέλη Ιανουαρίου όταν το κουπόνι για το 10ετές διαμορφώθηκε στο 0,75% που είναι το χαμηλότερο όλων των εποχών. Η δεύτερη ήταν επίσης ιστορική. Στις 17 Μαρτίου το ελληνικό δημόσιο προχώρησε στην έκδοση 30ετούς, αντλώντας 3,5 δισ. ευρώ με κουπόνι στο 1,875%.

Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν επίσης πόσο σημαντική ήταν η συμμετοχή της χώρας στο «κανονικό» QE από το 2015 όταν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά αλλά και τι χάσαμε όλα αυτά τα χρόνια.

Πλέον η Ελλάδα δανείζεται με ορίζοντα πολύ μακρύτερο από το 2032 όταν λήγει η περίοδος χάριτος για τα δάνεια του ESM. Επίσης, το μείγμα των επενδυτών που συμμετέχουν στις δημοπρασίες έχει αλλάξει με περισσότερους μακροπρόθεσμους παίκτες να επιλέγουν τους ελληνικούς τίτλους, την ώρα που περιορίζεται η εξάρτηση από εγχώριους επενδυτές.

Όσο για τη συνέχεια, υπάρχει πάντα το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους που παραμένει ως ποσοστό του ΑΕΠ το δεύτερο υψηλότερο παγκοσμίως και το υψηλότερο στην Ευρώπη.

Παρ’ όλα αυτά η δομή του το κάνει πιο ελκυστικό καθώς σε ποσοστό 78% βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα (των χωρών της Ευρώπης δηλαδή), ενώ σε ποσοστό 97% είναι σταθερού επιτοκίου, γεγονός που περιορίζει τους κινδύνους που σχετίζονται με την αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων στα χρόνια μετά την πανδημία.