Σιγά μην ενδιαφερθούμε για το κράτος «Δικαίου»

Όσες συζητήσεις κι αν γίνουν όπως αυτή της Πέμπτης 16/4, το κράτος-δικαίου στην Ελλάδα δεν πρόκειται ούτε να βελτιωθεί, ούτε και να χειροτερεύσει.

Είναι προφανές ότι τόσο ο Νίκος Ανδρουλάκης που ζήτησε τη συζήτηση μεταξύ αρχηγών, όσο και ο πρωθυπουργός, που ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει, δεν είχαν ούτε προετοιμαστεί, ούτε είχαν σκοπό να εισέλθουν στην ουσία του θέματος.

Ο πρωθυπουργός δεν είχε και καλή διάθεση -λογικό όταν πριν λίγες ώρες είδες τον στενό σου συνεργάτη να καταρρέει μπροστά σου- ενώ και ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να αποκλείσει την πιθανότητα να πληροφορηθεί επισήμως για το περιεχόμενο της τυπικά σύννομης αλλά σίγουρα σκανδαλώδους τηλε-παρακολούθησης την οποία υπέστη πριν λίγα χρόνια.

Στα αγγλικά, γλώσσα που χρησιμοποιεί πιο καθαρά νοήματα, η έννοια «κράτος δικαίου» διατυπώνεται ως «Rule of Law» δηλαδή ως καλή (ή κακή) εφαρμογή του Νόμου. Του νομικού πολιτισμού εκάστου κράτους, μαζί και των κανονιστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Καλό» κράτος Δικαίου έχουμε όταν η Δικαιοσύνη λειτουργεί ομαλά, ανεξάρτητα, ανεπηρέαστα, αδιάφθορα, τέμνει τις υποθέσεις που άγονται εμπρός της σε βάθος και ενεργεί σε σύντομα χρονικά περιθώρια.

Όσο η ελληνική κοινή γνώμη δεν πιστεύει πως η Δικαιοσύνη βρίσκεται στο επίπεδο που περιμένουν οι άνθρωποι που απαρτίζουν αυτή τη χώρα, τόσο οι πολιτικοί της εκάστοτε αντιπολιτεύσεως θα μπορούν με ευκολία να κατηγορούν τη χώρα ότι δεν διαθέτει κράτος Δικαίου.

Η διαμόρφωση δομών και προϋποθέσεων αλλά και, πολύ σημαντικό, συνηθειών και ορθής στάσης, που συνάδουν με την εφαρμογή των Νόμων δεν είναι ζήτημα μιας ή δύο κυβερνητικών περιόδων. Απαιτείται να αποκτηθεί μακρά θετική εμπειρία από την πλευρά του πληθυσμού, ισορροπημένη αυτοπεποίθηση στην πλευρά των δικαστών και αυτοέλεγχος στην πλευρά των άλλων συντελεστών της Δικαιοσύνης, όπως είναι ο νομικός κόσμος.

Το γελοίον της υποθέσεως είναι πως τα κόμματα της Βουλής και οι άλλοι πολιτευτές έχουν χειροπιαστές ευθύνες για όσα υπολείπεται η Ελλάδα στη βαθμολογία την οποία λαμβάνει στα σχετικά ζητήματα.

Αν δεν είναι το πρώτο που πρέπει να αλλάξει για να έχουμε καλύτερο Κράτος του Νόμου, σίγουρα είναι το αμέσως επόμενο: χαμηλότεροι τόνοι στις κατηγορίες εκ μέρους των πολιτικών, περιορισμός στη φραστική διαπόμπευση, αποφυγή της προδικαστικής καταδίκης των εμπλεκομένων και, τελικά, υπομονή και υποστήριξη στις δικαστικές διαδικασίες.

Μιλάμε για το αδιανόητο να συμβεί. Κανέναν δεν συμφέρει και κανείς δεν είναι πρόθυμος να υπακούσει σε αυτή την βασική συνιστώσα ενός ανώτερου Κράτους Δικαίου.

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα ήταν η καλύτερη των πολλών τελευταίων ετών. Δικαιολογημένα ο Κυριάκος Μητσοτάκης την κατάθεσε στη συζήτηση, χωρίς βεβαίως να προκαλέσει το ενδιαφέρον της αντιπολιτεύσεως η οποία προτιμά να βαφτίζει όποιο ψήφισμα ή «έρευνα» ή αρθογραφία ως πολύ σημαντικότερο στοιχείο, αρκεί να βγάζει τίτλο που βολεύει στη διαμόρφωση εντυπώσεων.

Εντυπώσεις που επίσης εγκαθιστούν την Ελλάδα σε μια παραδοξότητα. Συγκεκριμένα, ένα από τα (ισχυρά) στοιχεία που λαμβάνεται υπόψιν στην εξέταση της κατάστασης είναι τα όσα καταγράφουν οι έρευνες της κοινής γνώμης.

Για το 70% των πολιτών αυτής της χώρας η διαφθορά, η οποία είναι το αρνητικό αποτέλεσμα των αδυναμιών του κράτους δικαίου, είναι ευρύτατα διαδεδομένη. Μόνον το 26% πιστεύει ότι δεν είναι. Το 95% των Ελλήνων (73% των Ευρωπαίων) πιστεύει ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη κυρίως στους δημόσιους οργανισμούς. Το πρόβλημα είναι ακανθώδες στον τομέα της Υγείας όπου εμείς πιστεύουμε (κατά 88%) ότι δεν εφαρμόζονται οι κανόνες δικαίου, ενώ μόνον το 25% των Ευρωπαίων πιστεύει το ίδιο. Υψηλή είναι η πεποίθηση διαφθοράς σε ό,τι αφορά τις άδειες οικοδόμησης, τις κρατικές προμήθειες, τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα.

Όταν μάλιστα ερωτώμεθα κατά πόσον επηρεάζεται η καθημερινότητά μας από τη διαφθορά, απαντούμε θετικά κατά 66% (2 στους 3) ενώ στην Ευρώπη μόνον ένας στους τρεις δηλώνει το ίδιο.

Όταν όμως κληθούμε να απαντήσουμε αν «εμείς οι ίδιοι» ζήσαμε προσωπικά κάποια εμπειρία διαφθοράς, απαντούμε, οι 9 στους 10, «Όχι», όπως και όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι.

Δικαίως λοιπόν οι αντιπολιτεύσεις επενδύουν στο βιαστικό κτίσιμο εντυπώσεων για την απουσία κράτους Δικαίου και λιγότερο στα πραγματικά και επιβεβαιωμένα γεγονότα από τα Δικαστήρια.

Ισχύει με άλλα λόγια πως όσοι δημοσίως κατηγορηθούν καθίστανται «ένοχοι μέχρις αποδείξεως τουναντίον».

Πρόκειται για την πιο σοβαρή υστέρηση στο κράτος δικαίου και γι αυτό κανείς δεν βρήκε τίποτε να σχολιάσει στην έκκληση του πρωθυπουργού για αυτοσυγκράτηση.

Εξάλλου, ούτε ο ίδιος είναι διατεθειμένος να περιμένει προτού πετάξει από πάνω του όποιον «εκθέτει» την παράταξη. Η ίδια πολιτική μαρμίτα χωρά τους πάντες. Εκτός από το Κράτος Δικαίου, προφανώς.