Συνομιλώντας με τον εκπρόσωπο Τύπου και στενό συνεργάτη του, Νίκο Τσούτσια, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς απάντησε στην κριτική ότι, με τη δημιουργία νέου κόμματος, κινδυνεύει να στερήσει την αυτοδυναμία από τη Νέα Δημοκρατία.
«Εγώ τους έλεγα να κάνουν κάποια πράγματα και εκείνοι έκαναν τα αντίθετα. Γι' αυτό από το 40% έφτασαν στο 20%. Ξαφνικά, εγώ είμαι αυτός που φταίει;».
Η απάντηση αυτή δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως τον φυσικό καθοδηγητή της παράταξης, του οποίου οι υποδείξεις θα έπρεπε να ακολουθούνται ανεξαρτήτως των επιλογών της εκάστοτε ηγεσίας ή των προτιμήσεων της κομματικής και εκλογικής βάσης.
Ο κ. Σαμαράς, θυμίζοντας περισσότερο τον οπαδικό λόγο του Τάκη Τσουκαλά, απάντησε με ανάλογο ύφος και στη Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία απέδωσε τη στάση του στο «γινάτι».
«Ξέρεις πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έχασε την αρχηγία από εμένα; Δεκαεπτά χρόνια και δεν έχει συνέλθει ακόμα. Ας τα βρει πρώτα με τον αδερφό της».
Τα γεγονότα, πράγματι, εξελίχθηκαν όπως τα περιγράφει ο κ. Σαμαράς. Ο Κώστας Καραμανλής είχε ζητήσει τη συναίνεση της Ντόρας Μπακογιάννη ώστε ο Αντώνης Σαμαράς να επιστρέψει στη Νέα Δημοκρατία ως ευρωβουλευτής, μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη και την αποτυχημένη πορεία της Πολιτικής Άνοιξης.
Μετά την αποχώρηση του Κώστα Καραμανλή από την ηγεσία, η Ντόρα Μπακογιάννη θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εκλογή της μέσω της κοινοβουλευτικής ομάδας. Επέλεξε, όμως, η εκλογή να γίνει από τη βάση του κόμματος και ηττήθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά.
Στη συνέχεια, ο Αντώνης Σαμαράς διέγραψε την Ντόρα Μπακογιάννη επειδή ψήφισε υπέρ του πρώτου Μνημονίου και της παραμονής της χώρας στο ευρώ - επιλογή που ακολούθησε και ο ίδιος όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2012, μέσα στις συνθήκες της χρεοκοπίας και των μνημονίων.
Όταν η διαγραφείσα Ντόρα Μπακογιάννη ίδρυσε δικό της κόμμα και συμμετείχε στις εκλογές του 2012, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέμεινε στη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά, περιμένοντας να διεκδικήσει την ηγεσία μετά την εκλογική ήττα από τον Αλέξη Τσίπρα και την αποχώρηση του τότε προέδρου.
Υπό την ηγεσία του κ. Σαμαρά, η Νέα Δημοκρατία κατέγραψε στις εκλογές του Μαΐου 2012 το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας της, μόλις 18,85%.
Η αλήθεια είναι ότι η ανάδειξη του κ. Σαμαρά στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας έμοιαζε περισσότερο με τιμωρία παρά με επιβράβευση. Δεν υπάρχει δυσκολότερη συγκυρία για έναν πολιτικό από το να αναλαμβάνει την εξουσία σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σύστημα συνολικά αποτελεί «κόκκινο πανί» για την κοινωνία και οι πολιτικοί αποφεύγουν ακόμη και τις δημόσιες εμφανίσεις.
Αυτή ακριβώς ήταν η περίοδος της πρωθυπουργίας του.
Παρά τις υπερβολικές υποσχέσεις των «Ζαππείων», οι κυβερνήσεις Σαμαρά την περίοδο 2012-2014 έκαναν τελικά όσα απαιτούνταν ώστε η Ελλάδα να παραμείνει στο ευρώ και να αποφύγει μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία.
Εξίσου αληθές είναι ότι η Νέα Δημοκρατία και η εκλογική της βάση επιβράβευσαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, χαρίζοντάς του δύο συνεχόμενες εκλογικές νίκες με αυτοδυναμία και, ενδεχομένως, τη δυνατότητα να διεκδικήσει και μια τρίτη θητεία.
Η ίδρυση κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά είναι εύλογο να αφαιρέσει ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. Ωστόσο, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγαλύτερη διαρροή προέρχεται από τα κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας και όχι από την ίδια.
Υπάρχει όμως και μια παράμετρος που συχνά παραβλέπεται. Αν το κόμμα Σαμαρά συγκεντρώσει, για παράδειγμα, 2,9% και μείνει εκτός Βουλής, ενώ το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που δεν θα εκπροσωπηθούν υπερβεί το 10%, τότε το ποσοστό που απαιτείται για κοινοβουλευτική αυτοδυναμία μειώνεται αισθητά.
Με το ισχύον εκλογικό σύστημα:
-με 10% των ψήφων εκτός Βουλής απαιτείται περίπου 37,5% για αυτοδυναμία,
-με 12% εκτός Βουλής το όριο υποχωρεί περίπου στο 36,8%-37%,
-με 14% εκτός Βουλής αρκεί περίπου 36%.
Επομένως, η εκλογική επίδραση ενός νέου κόμματος δεν εξαρτάται μόνο από το πόσες ψήφους αφαιρεί από το πρώτο κόμμα, αλλά και από το αν τελικά θα καταφέρει να εισέλθει στη Βουλή. Αν μείνει εκτός, μπορεί παραδόξως να συμβάλει στη μείωση του ποσοστού που απαιτείται για την επίτευξη της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας.
