Τράπεζες: Πώς έχει ήδη «κλειδώσει» η αύξηση των επιτοκιακών εσόδων για το δεύτερο τρίμηνο
Shutterstock
Shutterstock

Τράπεζες: Πώς έχει ήδη «κλειδώσει» η αύξηση των επιτοκιακών εσόδων για το δεύτερο τρίμηνο

Οι συστημικές τράπεζες της Ελλάδας αναμένεται να παρουσιάσουν ισχυρή επίδοση στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας το guidance από τις διοικήσεις των τεσσάρων μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών της χώρας μας (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank), αρκετές εβδομάδες πριν από τις επίσημες ανακοινώσεις των εταιρικών αποτελεσμάτων.

Σύμφωνα με το τωρινό χρονοδιάγραμμα, οι ανακοινώσεις των συστημικών για τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου και του δευτέρου τριμήνου του 2026 έχουν ως εξής:

  • 29 Ιουλίου: Τράπεζα Πειραιώς
  • 30 Ιουλίου: Εθνική Τράπεζα και Eurobank
  • 31 Ιουλίου: Alpha Bank

Οι ηγεσίες των τραπεζών έχουν εκφράσει, τόσο κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου όσο και μετέπειτα, τη βεβαιότητά τους ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους θα ενισχυθούν στο σύνολο του 2026. Οι εκτιμήσεις αυτές διατυπώθηκαν σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή παρέμενε αυξημένη, ενώ δεν είχε ακόμη προηγηθεί η αύξηση των βασικών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τον Ιούνιο.

Τα NII των τραπεζών

Με βάση τα παραπάνω, έκθεση της Jefferies που δημοσιεύτηκε την Τρίτη έρχεται προς επίρρωση της θετικής εικόνας που αναμένεται να παρουσιάσουν οι ελληνικές τράπεζες στα καθαρά έσοδα από τόκους κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

Ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος, αξιοποιώντας τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΚΤ για τον Μάιο, εκτιμά ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης οδεύουν προς ένα ακόμη ισχυρό τρίμηνο στα καθαρά έσοδα από τόκους.

Σύμφωνα με την έκθεση, το customer-related net interest margin διατηρήθηκε στο 2,41%, αμετάβλητο σε σχέση με τον Απρίλιο, ενώ στο πρώτο δίμηνο του δεύτερου τριμήνου εμφανίζεται αυξημένο κατά περίπου 2% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του πρώτου τριμήνου.

Η Jefferies εκτιμά ότι η εξέλιξη αυτή δημιουργεί θετικές προϋποθέσεις για τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου.

Παράλληλα, η μέση απόδοση των δανείων στην Ευρωζώνη αυξήθηκε τον Μάιο στο 3,27% από 3,26% τον Απρίλιο, ενώ το μέσο κόστος των καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,86%.

Ως αποτέλεσμα, τα προσαρμοσμένα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών της Ευρωζώνης διαμορφώθηκαν στα 24,8 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 11,3% σε ετήσια βάση.

Η Jefferies αποδίδει την εξέλιξη αυτή στο γεγονός ότι οι αποδόσεις των δανείων συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, την ίδια στιγμή που το κόστος των καταθέσεων παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο.

Με τον τρόπο αυτό, τα περιθώρια επιτοκίου των τραπεζών διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, περιορίζοντας τις ανησυχίες ότι η αποκλιμάκωση των επιτοκίων θα οδηγούσε σε ταχύτερη υποχώρηση των καθαρών εσόδων από τόκους.

Τα στοιχεία της ΤτΕ ενισχύουν την εικόνα

Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς συμπίπτει με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία καταγράφουν συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις. Η διεύρυνση του δανειακού χαρτοφυλακίου λειτουργεί συμπληρωματικά στη διατήρηση των υψηλών αποδόσεων των υφιστάμενων χορηγήσεων, ενισχύοντας τις προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους.

Παράλληλα, τα στοιχεία της ΤτΕ για τα τραπεζικά επιτόκια δείχνουν ότι το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών εξακολουθεί να παραμένει χαμηλό.

Για τον Μάιο το μέσο επιτόκιο στις νέες προθεσμιακές καταθέσεις των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 1,13%, ενώ οι καταθέσεις όψεως εξακολούθησαν να αμείβονται μόλις με 0,03%.

Αντίθετα, το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα επιχειρηματικά δάνεια διαμορφώθηκε στο 4,18%, διατηρώντας σε υψηλά επίπεδα το περιθώριο μεταξύ χορηγήσεων και καταθέσεων.

Την ίδια στιγμή, η διατήρηση των υψηλών περιθωρίων έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη ιδιαίτερα ισχυρή εικόνα κερδοφορίας για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς κατέγραψαν απόδοση ιδίων κεφαλαίων (RoE) 10,97%, έναντι περίπου 10% για τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης.

Παράλληλα, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin) διαμορφώθηκε στο 2,72%, ενώ ο δείκτης Cost-to-Income περιορίστηκε στο 37,35%, επιβεβαιώνοντας ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις πιο κερδοφόρες της Ευρώπης.

Το «αβαντάζ» από την αύξηση των επιτοκίων

Στο παραπάνω πλαίσιο, θετικά για τις προοπτικές του δεύτερου εξαμήνου αναμένεται να λειτουργήσει και η αύξηση των βασικών επιτοκίων στην οποία προχώρησε η ΕΚΤ τον Ιούνιο.

Παρότι η επίδραση της συγκεκριμένης απόφασης δεν αποτυπώνεται ακόμη στα στοιχεία της Jefferies, εκτιμάται ότι θα ενισχύσει περαιτέρω τις αποδόσεις των κυμαινόμενων δανείων, καθώς σημαντικό μέρος του χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών παραμένει συνδεδεμένο με το Euribor.

Εφόσον το κόστος των καταθέσεων συνεχίσει να προσαρμόζεται με πιο ήπιους ρυθμούς, δημιουργούνται πρόσθετες προϋποθέσεις ώστε ο βασικός μοχλός κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών να διατηρηθεί ισχυρός και κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026.