Στα ρίσκα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σχετικά με την κλιματική αλλαγή αναφέρεται έκθεση της Scope Ratings, υποστηρίζοντας πως αναμένεται να από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Γηραιάς Ηπείρου τα επόμενα χρόνια.
Ο ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι, παρά την αυξανόμενη προσοχή που δίνουν οι εποπτικές αρχές στους περιβαλλοντικούς κινδύνους, η κλιματική αλλαγή δεν έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα βασικό παράγοντα για αλλαγές αξιολογήσεων στις τράπεζες που παρακολουθεί. Αντίθετα, οι επιπτώσεις στις οικονομικές επιδόσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων παραμένουν περιορισμένες και δύσκολα μετρήσιμες.
Η Scope εκτιμά ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι λειτουργούν κυρίως ως «πολλαπλασιαστής» υφιστάμενων κινδύνων. Μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων, την κερδοφορία, τη χρηματοδότηση, την κεφαλαιακή επάρκεια και τελικά την πιστοληπτική αξιολόγηση μιας τράπεζας, χωρίς όμως να αποτελούν ακόμη αυτόνομο παράγοντα υποβάθμισης.
Τι σημαίνει αυτό για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με δύο βασικές κατηγορίες κινδύνων. Η πρώτη αφορά τους λεγόμενους «κινδύνους μετάβασης», δηλαδή τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι νέοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί, οι αλλαγές στις επενδυτικές προτιμήσεις και η σταδιακή απεξάρτηση από δραστηριότητες υψηλών εκπομπών άνθρακα. Η δεύτερη αφορά τους φυσικούς κινδύνους, όπως πλημμύρες, παρατεταμένοι καύσωνες, ξηρασίες και άλλες ακραίες καιρικές συνθήκες.
Παρά τις ανησυχίες, η Scope υπογραμμίζει ότι οι ζημιές που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα είναι περιορισμένες. Ως παράδειγμα αναφέρει τις πλημμύρες στη Βαλένθια της Ισπανίας το 2024, οι οποίες προκάλεσαν σημαντικές οικονομικές απώλειες στην τοπική οικονομία, χωρίς όμως να οδηγήσουν σε ουσιαστική επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού των ισπανικών τραπεζών. Αντίστοιχα, ούτε τα πρόστιμα που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε ορισμένα ιδρύματα για ελλείψεις στη διαχείριση κλιματικών κινδύνων είχαν ουσιαστική επίδραση στα οικονομικά τους αποτελέσματα.
Η έκθεση σημειώνει επίσης ότι η ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Τα διαθέσιμα μοντέλα βασίζονται σε μακροχρόνιες παραδοχές και παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις ανάλογα με το σενάριο που χρησιμοποιείται, ενώ δεν λαμβάνουν πάντα υπόψη τις κινήσεις προσαρμογής που πραγματοποιούν οι ίδιες οι τράπεζες.
Η θέση των ελληνικών τραπεζών
Για τις ελληνικές τράπεζες, τα συμπεράσματα της Scope αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Νότιας Ευρώπης που θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες σε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι περίοδοι ξηρασίας. Ωστόσο, ο οίκος δεν θεωρεί ότι οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν προς το παρόν να δικαιολογήσουν αρνητικές παρεμβάσεις στις αξιολογήσεις των τραπεζών.
Αντίθετα, η Scope εκτιμά ότι η σημαντικότερη πρόκληση για τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα είναι η ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών κινδύνων στη διαδικασία χορήγησης δανείων και στη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους.
Οι τράπεζες καλούνται να χαρτογραφήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις εκθέσεις τους σε ενεργοβόρους κλάδους, σε ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές υψηλού κλιματικού κινδύνου και σε επιχειρήσεις που ενδέχεται να επηρεαστούν από τη μετάβαση στην πράσινη οικονομία.
Παράλληλα, η Scope θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών, έχουν ήδη ξεκινήσει να προσαρμόζονται μέσω πράσινων χρηματοδοτήσεων, δανείων με κριτήρια βιωσιμότητας και πολιτικών περιορισμού της έκθεσης σε δραστηριότητες υψηλών εκπομπών άνθρακα. Οι πρωτοβουλίες αυτές αναμένεται να λειτουργήσουν ως βασική γραμμή άμυνας απέναντι στους κινδύνους της επόμενης δεκαετίας.
Το βασικό συμπέρασμα της Scope είναι ότι η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί ακόμη άμεση απειλή για την πιστοληπτική αξιολόγηση των ευρωπαϊκών τραπεζών. Ωστόσο, όσο αυξάνονται η συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων και οι απαιτήσεις της πράσινης μετάβασης, τόσο μεγαλύτερο ρόλο θα διαδραματίζουν οι κλιματικοί κίνδυνοι στην αξιολόγηση της ανθεκτικότητας και της πιστοληπτικής ποιότητας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.
