Την πορεία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την περίοδο της κρίσης έως τη σημερινή εικόνα, αλλά και τις προκλήσεις της επόμενης ημέρας, αποτύπωσαν την εβδομάδα που μας πέρασε μέσα από τις παρεμβάσεις τους ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Γιώργος Ζανιάς και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, κατά την ετήσια γενική συνέλευση της ΕΕΤ. Από διαφορετική αφετηρία ο καθένας, παρουσίασαν στοιχεία που αποτυπώνουν τόσο την εξυγίανση του τραπεζικού κλάδου όσο και τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν πλέον υποχώρησαν στο 3,4% από περίπου 45% στα χρόνια της κρίσης. Η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις διαμορφώνεται στο 9,8%, περίπου διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ οι νέες χορηγήσεις ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ το 2025. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαθέτουν πλέον πιστοληπτική αξιολόγηση BBB+, μία μόλις βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας παραμένουν πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις, ενώ η χρηματιστηριακή αξία του τραπεζικού κλάδου υπερβαίνει πλέον τα 50 δισ. ευρώ, όταν στα χρόνια της κρίσης είχε υποχωρήσει κάτω από το 1 δισ. ευρώ.
Κ. Πιερρακάκης: Η μακροπρόθεσμη αξία μιας τράπεζας κρίνεται από την οικονομία που χρηματοδοτεί- Σε μια οικονομία που μένει στάσιμη, καμία κερδοφορία δεν είναι διατηρήσιμη
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης περιέγραψε το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν πλέον οι ελληνικές τράπεζες, υπογραμμίζοντας ότι η σταθεροποίηση της οικονομίας, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια νέα περίοδο. Όπως ανέφερε, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα «υγιές, κεφαλαιακά ισχυρό, με ρευστότητα και κερδοφορία», έχοντας αφήσει πίσω του τον κύκλο της εξυγίανσης.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε ότι η επόμενη πρόκληση δεν είναι πλέον η σταθερότητα των τραπεζών αλλά η αξιοποίηση της ισχύος τους για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. Όπως σημείωσε, για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν σήμερα περίπου 70 ευρώ, όταν στην υπόλοιπη Ευρωζώνη ο αντίστοιχος λόγος πλησιάζει τα 100 ευρώ, στοιχείο που, όπως είπε, αποτυπώνει σημαντικά περιθώρια για μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Παράλληλα, έδωσε έμφαση στη χρηματοδότηση συγχωνεύσεων, εξαγορών, επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και στη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κυριάκος Πιερρακάκης αναφέρθηκε και στην ανάπτυξη νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, πέρα από τον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό με εξασφαλίσεις, επισημαίνοντας ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται περισσότερα προϊόντα για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την αξιοποίηση των κεφαλαιαγορών και τη διάχυση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο σύστημα άμεσων πληρωμών IRIS, το οποίο χαρακτήρισε παράδειγμα ελληνικής τραπεζικής καινοτομίας που μπορεί να αποτελέσει βάση και για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία
Στο ιστορικό της διαδρομής του τραπεζικού συστήματος από την περίοδο της κρίσης στο σήμερα στάθηκε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Γιώργος Ζανιάς για να επισημάνει ότι πλέον οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και μη εξυπηρετούμενων δανείων βρίσκονται πολύ κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα, ενώ οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη ρευστότητα από τις ευρωπαϊκές. Τα επιτόκια δανεισμού έχουν συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά και το επιτοκιακό περιθώριο είναι ανάλογο με εκείνο συγκρίσιμων ευρωπαϊκών χωρών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξέδωσε ο SSM για το πρώτο τρίμηνο του 2026, το επιτοκιακό περιθώριο στην Ελλάδα είναι το ίδιο με αυτά της Ισπανίας (2,7%) και της Πορτογαλίας (2,6%) και πολύ κοντά αυτού της Αυστρίας (2,5%). Οι χώρες που συνήθως έχουν μικρότερα επιτοκιακά περιθώρια, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, έχουν 12 πολύ υψηλότερα ποσοστά των εσόδων τους από προμήθειες, που ξεπερνούν το ένα-τρίτο των συνολικών εσόδων.
Οι ελληνικές τράπεζες, ανέφερε, έχουν ισχυρή κερδοφορία η οποία είναι απαραίτητη για τη σημαντική πιστωτική επέκταση που έχουν, για την ανταμοιβή των μετόχων και για τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε τεχνολογία που κάνουν ώστε να προσφέρουν καλύτερες και ασφαλέστερες υπηρεσίες στους πελάτες τους, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αντιμετωπίζοντας και μεγάλες σύγχρονες προκλήσεις όπως η ενσωμάτωση του ΑΙ. Ιδιαίτερα δε, οι ψηφιακές υπηρεσίες των ελληνικών τραπεζών έχουν συνεισφέρει σημαντικά και στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Το 2025 η πιστωτική επέκταση στη χώρα έφτασε το 8% όταν στην Ευρωζώνη περιορίστηκε στο 3%. Ιδιαίτερα στον τομέα των επιχειρήσεων, η πιστωτική επέκταση πλησίασε το 12%. Μέσα σε ένα χρόνο πέρυσι οι νέες χορηγήσεις ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ επιδόσεις που συνεχίζονται δυναμικά και φέτος. Ο έντονος τραπεζικός ανταγωνισμός επισήμανε έχει οδηγήσει τα σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων στη χώρα μας στα χαμηλότερα επίπεδα της ευρωζώνης ενώ παρουσιάζει επίδοση καλύτερη του μέσου όρου της ευρωζώνης στον σύνθετο δείκτη κόστους δανεισμού των νοικοκυριών ο οποίος συνυπολογίζει επιτόκια καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης και λαμβάνει υπόψη τα ποσά των πραγματικών εκταμιεύσεων νέων δανείων προς νοικοκυριά.
Τα δε έσοδα από τις προμήθειες είναι σημαντικά χαμηλότερα, ως ποσοστό των συνολικών εσόδων, από το μέσο όρο της Ευρώπης, στο 20,73% για τη Ελλάδα έναντι 29,46% στην ευρωζώνη στο πρώτο τρίμηνο του 2026 σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM.
Στη σημερινή εικόνα του τραπεζικού συστήματος επικεντρώθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, παρουσιάζοντας τα βασικά μεγέθη που, όπως ανέφερε, επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα και την ενίσχυση των ελληνικών τραπεζών παρά τη συνεχιζόμενη διεθνή αβεβαιότητα.
Όπως επισήμανε, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν υψηλή κερδοφορία, ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και σημαντική ρευστότητα, ενώ η ποιότητα του ενεργητικού τους συνεχίζει να βελτιώνεται, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, οι συνεχείς αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης αποτυπώνουν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε τον Μάιο του 2026 στο 9,8%, ρυθμός περίπου διπλάσιος τόσο από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ όσο και από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αν και χαμηλότερος από το ιδιαίτερα υψηλό 17,4% που είχε καταγραφεί έναν χρόνο νωρίτερα, εξακολουθεί να αποτυπώνει, όπως σημείωσε, τη διατηρούμενη ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια και τη συνεχιζόμενη υποστηρικτική πιστοδοτική πολιτική των τραπεζών.
Αντίστοιχα, θετική παρέμεινε και η πορεία της χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά, τόσο μέσω της καταναλωτικής όσο και της στεγαστικής πίστης, η οποία ενισχύεται από τη βελτίωση της αγοράς εργασίας, την άνοδο των τιμών των κατοικιών και την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέδειξε ακόμη τη σημαντική ενίσχυση των κεφαλαίων των τραπεζών μέσα από διαδοχικές εκδόσεις ομολόγων και κεφαλαιακών μέσων.
Το 2025 εκδόθηκαν τίτλοι Additional Tier 1 συνολικού ύψους 2,7 δισ. ευρώ και ομόλογα Tier 2 ύψους 0,9 δισ. ευρώ, ενώ από τις αρχές του 2026 μέχρι σήμερα οι αντίστοιχες εκδόσεις διαμορφώνονται σε 0,7 δισ. ευρώ και 0,4 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι σημαντικές τράπεζες προχώρησαν σε εκδόσεις ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ύψους 3,1 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις MREL, καθώς και σε εκδόσεις πράσινων ομολόγων συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση επενδύσεων βιώσιμης ανάπτυξης.
Το κεντρικό μήνυμα της εκδήλωσης δόθηκε από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη: «Το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας είναι στοίχημα εντονότερης ανάκαμψης. Αλλά είναι, εξίσου, στοίχημα συμπερίληψης. Γιατί χωρίς συμπερίληψη, η ανάκαμψη θα «κουτσαίνει». Θα προχωρά, αλλά θα αφήνει πίσω της ένα μέρος της κοινωνίας, και μια οικονομία που αφήνει ανθρώπους πίσω είναι άδικη και εν τέλει και αναποτελεσματική. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, το ερώτημα ήταν αν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα επιβιώσει. Πριν από δέκα, αν θα σταθεροποιηθεί. Πριν από πέντε, αν θα ανακάμψει. Όλα αυτά τα ερωτήματα απαντήθηκαν, θετικά. Το σημερινό ερώτημα είναι διαφορετικής τάξης: Πόσο μεγάλοι μπορείτε να γίνετε και πόσο μεγάλη Ελλάδα μπορείτε να χτίσετε γύρω σας».
«Η δική μου απάντηση, και η πρόσκλησή μου προς εσάς, είπε ο υπουργός προς τους εκπροσώπους των τραπεζών, είναι μία: ο ρόλος που αξίζει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι του ωφελημένου της ανάκαμψης. Είναι του αρχιτέκτονα της επόμενης φάσης. Μιας οικονομίας με περισσότερες και καλύτερες δουλειές, μιας κοινωνίας που δεν αφήνει κανέναν εκτός, μιας δυνατής Ελλάδας σε μια δυνατή Ευρώπη. Αυτό είναι το επόμενο κατόρθωμα, που μας αναλογεί από κοινού, όπως πετύχαμε τα προηγούμενα, θα πετύχουμε και αυτό μαζί», είπε.
Οι 20 αριθμοί που αποκαλύπτουν τη νέα εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος
1. 3,4%: Δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), από περίπου 45% στα χρόνια της κρίσης.
2. 9,8%: Ετήσια αύξηση της χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (Μάιος 2026).
3. 17,4%: Ο αντίστοιχος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης ένα χρόνο νωρίτερα.
4. 16 δισ. ευρώ: Νέες χορηγήσεις δανείων το 2025.
5. 8%: Συνολική πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα το 2025
6. 3%: Μέσος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης στην Ευρωζώνη.
7. Περίπου 12%:η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις το 2025.
8. BBB+: Η σημερινή πιστοληπτική αξιολόγηση των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών, μία βαθμίδα κάτω από την κατηγορία Α.
9. 50 δισ. ευρώ: Η σημερινή χρηματιστηριακή αξία των ελληνικών τραπεζών (κάτω από 1 δισ. ευρώ η χρηματιστηριακή αξία του τραπεζικού κλάδου στο αποκορύφωμα της κρίσης)
10. 2,7 δισ. ευρώ: Εκδόσεις τίτλων Additional Tier 1 (AT1) το 2025.
11. 0,9 δισ. ευρώ: Εκδόσεις ομολόγων Tier 2 το 2025.
12. 0,7 δισ. ευρώ: Εκδόσεις AT1 από τις αρχές του 2026.
13. 0,4 δισ. ευρώ: Εκδόσεις Tier 2 από τις αρχές του 2026.
14. 3,1 δισ. ευρώ: Εκδόσεις senior preferred ομολόγων το 2026.
15. 1,2 δισ. ευρώ: Εκδόσεις πράσινων ομολόγων για βιώσιμες επενδύσεις.
16. 2,7%: Καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών, αντίστοιχο της Ισπανίας.
17. 20,73%: Έσοδα από προμήθειες ως ποσοστό των συνολικών εσόδων των ελληνικών τραπεζών (29,46%: Αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη)
18. Σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων στα χαμηλότερα της ευρωζώνης.
19. 100 ευρώ καταθέσεων-70 ευρώ δανείων: Αναλογία δανείων προς καταθέσεις στην Ελλάδα(100 ευρώ καταθέσεων-περίπου 100 ευρώ δανείων αντίστοιχη αναλογία στην Ευρωζώνη)
20. 900 εκατ. ευρώ: Δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης των ελληνικών τραπεζών από το 2019 έως σήμερα- 400 εκατ. ευρώ η συμμετοχή των τεσσάρων συστημικών τραπεζών στο πρόγραμμα ανακαίνισης δημόσιων σχολείων «Μαριέττα Γιαννάκου».
