Για σκληρό παιχνίδι στο Κυπριακό προετοιμάζονται όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς η επιδίωξη της Λευκωσίας για λύση είναι δεδομένη, ενώ αυξάνεται η πίεση στην Τουρκία, καθώς το κυπριακό αποτελεί εμπόδιο για την προώθηση των ευρωτουρκικών σχέσεων και συγχρόνως διαπιστώνει ότι διαρκώς αυξάνεται το αποτύπωμα ξένων μεγάλων δυνάμεων στην Κυπριακή Δημοκρατία, κάτι που ενισχύει τη γεωπολιτική της θέση και τον ρόλο της.
Ενδεικτικό της κινητικότητας είναι ότι ο ΓΓ του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, σχεδιάζει να επισκεφθεί την Κύπρο (27-29 Ιουλίου), προκειμένου να συναντηθεί με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, Τουφάν Ερχουρμάν και παρά το γεγονός ότι η επίσκεψή του έχει αντικείμενο την UNFICYP, ο στόχος είναι να δώσει νέα ώθηση στις προσπάθειες για τη σύγκληση πολυμερούς Διάσκεψης για το Κυπριακό.
Το τελευταίο διάστημα η απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ, Α. Ολγκίν, πραγματοποίησε σειρά επαφών τόσο στην Κύπρο όσο και στην Άγκυρα, την Αθήνα και τις Βρυξέλλες, επιχειρώντας να διαμορφώσει το πεδίο για την επανάληψη της Πολυμερούς Διάσκεψης για το Κυπριακό, την οποία επιθυμεί να συγκαλέσει ο ΓΓ Αντόνιο Γκουτέρες πριν από τη λήξη της θητείας του. Αρχικά η Διάσκεψη είχε εξαγγελθεί για την περίοδο πριν από το τέλος Ιουλίου, όμως φαίνεται ότι ακόμη δεν είναι έτοιμη η κ. Ολγκίν να δώσει το πράσινο φως για τη σύγκλησή της.
Ο στόχος είναι αυτή η Διάσκεψη να μην αποτελέσει επανάληψη των τριών προηγούμενων, όπου δεν κατέστη δυνατό να συζητηθεί η ουσία του Κυπριακού και να δρομολογηθεί έτσι η επανάληψη των συνομιλιών, αλλά να μην εξαντληθεί στη συζήτηση και υιοθέτηση Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν ανούσια και χωρίς καμία επίπτωση επί της κατάστασης στο έδαφος.
Ανυπέρβλητο εμπόδιο παραμένει η στάση που επιμένει να υιοθετεί η Τουρκία, η οποία αρνείται να αποδεχθεί ως βάση των συνομιλιών το πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, μαζί με όλες τις παραμέτρους που θέτει το κοινοτικό κεκτημένο, καθώς εκ των πραγμάτων οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να είναι συμβατή με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του κράτους σε σχέση με την ιδιότητά του ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Τουρκία επιδιώκει η επανάληψη των όποιων συνομιλιών να μην έχει αναφορά στη βάση αυτή, αλλά να είναι ανοικτή και σε άλλες «επιλογές», όπου ξεκάθαρα θέλει να προωθήσει λύση χαλαρής συνομοσπονδίας, την οποία μάλιστα θα προβάλλει ως ένδειξη διαλλακτικότητας και υποχώρησης από τη θέση για λύση των δύο κρατών.
Όμως οι προϋποθέσεις που θέτει για αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας», αναγνώριση του διεθνούς στάτους του ψευδοκράτους και αποδοχή των «3D» (απευθείας πτήσεις, απευθείας εμπόριο, απευθείας επαφές με το ψευδοκράτος) παραπέμπουν σε κάτι πολύ περισσότερο από μια χαλαρή συνομοσπονδία.
Η Λευκωσία και ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή τη διαδικασία, καθώς μία από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ήταν η επιδίωξη κινητικότητας στο Κυπριακό, και αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο που μπορεί να αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Χαιρέτισαν, έτσι με ικανοποίηση τον διορισμό ως ειδικού απεσταλμένου της ΕΕ για το Κυπριακό, του Ιταλού εκτελεστικού αντιπροέδρου της Κομισιόν, Ραφαελε Φιτο.
Ο διορισμός αυτός προκάλεσε, βεβαίως, εντονότατη αντίδραση από τα κατεχόμενα και την ίδια την Άγκυρα, καθώς με ανακοίνωσή του ο εκπρόσωπος του τουρκικού ΥΠΕΞ κατήγγειλε τον διορισμό ως παρέμβαση της ΕΕ, την οποία επανέλαβε ότι θεωρεί μεροληπτική υπέρ της Κύπρου, ενώ έσπευσε να επαναλάβει τους όρους που θέτει η Τουρκία για την επιδιωκόμενη λύση δυο κρατών.
Αν και στο παρελθόν είχε υπάρξει άτυπη συμμετοχή εκπροσώπου της ΕΕ στις συνομιλίες για το Κυπριακό, η Τουρκία δεν θέλει τώρα να υπάρξει άμεση εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρώντας ότι δεν λειτουργεί θετικά για τις επιδιώξεις της, καθώς εκ των πραγμάτων θέτει ένα πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο η επιδιωκόμενη λύση θα πρέπει να είναι συμβατή με το κοινοτικό κεκτημένο.
Η Λευκωσία, από την άλλη, θέλει την ευρωπαϊκή παρουσία όχι μόνο ως ασπίδα απέναντι στις τουρκικές απαιτήσεις, αλλά και επειδή δέχεται η ίδια πιέσεις για τη στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία μπλοκάρει τις ευρωτουρκικές σχέσεις λόγω ακριβώς της συνεχιζόμενης κατοχής. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, με αρκετό ρίσκο, έχει δηλώσει ότι οι ευρωτουρκικές σχέσεις, αλλά και οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ σε ό,τι αφορά τους εξοπλισμούς, θα επηρεαστούν θετικά και μπορεί να υπάρξουν συγκεκριμένες κινήσεις, εάν και η Τουρκία συμβάλει θετικά στην επίλυση του Κυπριακού.
Αυτή είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη ισορροπία, καθώς δεν αρκεί φυσικά να δείξει η Τουρκία διάθεση συμμετοχής στην πολυμερή διάσκεψη και στην έναρξη συνομιλιών προκειμένου να ανάψει το πράσινο φως για τα ευρωτουρκικά, αλλά θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά τις συνομιλίες πραγματική αλλαγή στάσης, κάτι που βεβαίως θεωρείται εξαιρετικά απίθανο.
Με την παρουσία, όμως, και του Ευρωπαίου απεσταλμένου θα είναι πιο εύκολο να εξηγηθεί στις Βρυξέλλες ότι η πίεση δεν πρέπει να στρέφεται προς τη Λευκωσία, αλλά προς την Άγκυρα, ώστε να προβεί στις κινήσεις που θα της επιτρέψουν την πρόοδο στα ευρωτουρκικά.
Μεγάλο ερωτηματικό παραμένει το πώς θα χειριστεί ο ΓΓ του ΟΗΕ όλη τη διαδικασία, καθώς και η απεσταλμένη του, Α. Ολγκίν, έχει δώσει ενδείξεις ότι θα μπορούσαν να γίνουν «εκπτώσεις», προκειμένου να εξασφαλιστεί απλώς και μόνο η συμμετοχή της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων σε μια Διάσκεψη.
Ένα ανησυχητικό δείγμα υπήρξε το δημοσίευμα βρετανικής εφημερίδας, το οποίο παρουσίασε το υποτιθέμενο «σχέδιο Ολγκίν», το οποίο, τελικά, προέβλεπε μια απολύτως χαλαρή συνομοσπονδία δύο ουσιαστικά ανεξάρτητων κρατών, με την κεντρική προεδρία, η οποία θα ήταν εκ περιτροπής, να διαχειρίζεται μόλις ορισμένες κοινές εξουσίες και αρμοδιότητες εκπροσώπησης του υποτιθέμενου ενιαίου κράτους.
Η Λευκωσία έσπευσε να δηλώσει ότι το δημοσίευμα δεν είχε καμία βάση και είναι σαφές ότι τέτοιες ιδέες, που κινούνται εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ, δεν αποτελούν σημείο ούτε καν έναρξης συζήτησης για τη Λευκωσία και την Αθήνα.
Μια Πολυμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό, για πολλούς παράγοντες, θεωρείται και ως ένα βήμα απορρόφησης των εντάσεων που το τελευταίο διάστημα προκαλούνται από την Τουρκία, με αφορμή πρωτοβουλίες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την άλλη, όμως, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι η κατάληξη σε ναυάγιο μιας Πολυμερούς Διάσκεψης θα πυροδοτούσε νέο κύκλο έντασης και προκλήσεων εκ μέρους της Τουρκίας.
