Νέα δεδομένα στην πολιτική εξίσωση της Τουρκίας δημιουργεί το υπό ίδρυση κόμμα του ντε φάκτο ηγέτη της κεμαλικής αντιπολίτευσης Οζγκιούρ Οζέλ, την ώρα που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναζητεί μέσω πρόωρων εκλογών ή συνταγματικής αναθεώρησης τον δρόμο προς νέα υποψηφιότητα - και αυτός περνά μέσα από τη διευθέτηση του Κουρδικού ζητήματος. Τους πολιτικούς συσχετισμούς αναλύει ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.
Η αποχώρηση Οζέλ από το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και ο κατακερματισμός της κεμαλικής αντιπολίτευσης ευνοούν αντικειμενικά σε πρώτη ανάγνωση τον Τούρκο πρόεδρο και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑKP). Το πρώτο άμεσο στοίχημα του Οζγκιούρ Οζέλ είναι την ίδια στιγμή να καταστήσει το Νέο Κόμμα (Υeni Parti), όπως πιθανότατα θα ονομάζεται, τη μεγαλύτερη αντιπολιτευόμενη δύναμη στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, προσελκύοντας το μεγαλύτερο μέρος των βουλευτών, στελεχών και τοπικών οργανώσεων -μάχη που δίνει να κερδίζει-, για να αμφισβητήσει κατόπιν ευθέως την κυριαρχία Ερντογάν.
Ο Θόδωρος Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, σκιαγραφεί τις πολιτικές ανακατατάξεις, αποτιμά τον ρόλο και τις προθέσεις του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, που επανήλθε στην ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος κατόπιν δικαστικής απόφασης, καταγράφει τη δυναμική που ανέπτυξε ο Οζγκιούρ Οζέλ μετά τη φυλάκιση του προφυλακισθέντος δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου και την καθαίρεση του ιδίου από την ηγεσία του CHP, και εξηγεί γιατί η στάση του δημάρχου της Άγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς, παραμένει κρίσιμος άγνωστος της νέας αυτής πολιτικής εξίσωσης.
Στον αντίποδα της εσωστρέφειας της αντιπολίτευσης, που την κρατά και σε μία ιδιότυπη «ομηρία», ο Ερντογάν «κυνηγά» την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα του επιτρέψει είτε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές -προεδρικές και βουλευτικές- είτε να αναθεωρήσει το Σύνταγμα. Καθοριστικός κρίκος είναι το Κουρδικό, ώστε να εξασφαλιστεί η στήριξη του φιλοκουρδικού DEM, με την προοπτική συνταγματικής αναγνώρισης της κουρδικής κοινότητας ως συνιστώσα του τουρκικού κράτους, διεύρυνσης των γλωσσικών και πολιτιστικών ελευθεριών και ελάφρυνσης του καθεστώτος κράτησης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, να διαμορφώνουν το πεδίο των πιθανών ανταλλαγμάτων.
Σε ένα παιχνίδι» πολυπαραγοντικό και με πολλές απολήξεις, όπως επισημαίνει ο κ. Τσίκας, η ταυτόχρονη εξασφάλιση στήριξης από ορισμένους ανεξάρτητους βουλευτές, καθώς και από ορισμένους ή και όλους τους βουλευτές που θα παραμείνουν στο «άρμα» του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στο CHP, θα ενισχύσει τη δυνατότητα του κυβερνητικού συνασπισμού Ερντογάν-Μπαχτσελί να βρει τις αναγκαίες συμμαχίες εντός Εθνοσυνέλευσης για να προχωρήσει η «επιχείρηση» της νέας υποψηφιότητας.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Διάσπαση της κεμαλικής αντιπολίτευσης και ίδρυση νέου κόμματος από τον Οζγκιούρ Οζέλ, ο οποίος καθαιρέθηκε από την ηγεσία του CHP μέσω «δικαστικού πραξικοπήματος» που χρεώνει στην κυβέρνηση Ερντογάν. Κύριε Τσίκα, πώς αναδιατάσσεται το πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας, πόσο ευνοείται ο Τούρκος πρόεδρος και ποιο είναι το πλέον άμεσο στοίχημα για τον Οζέλ;
Καταρχάς, είναι βέβαιο ότι έχουμε έναν κατακερματισμό της αντιπολίτευσης και, σε πρώτη ανάγνωση, η νέα αυτή κατάσταση ευνοεί τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το κόμμα του. Το ενιαίο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) προηγούνταν στις περισσότερες δημοσκοπήσεις του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το τελευταίο διάστημα. Επομένως, τώρα, με τον κατακερματισμό της κεμαλικής αντιπολίτευσης, αντικειμενικά το AKP ευνοείται.
Το άμεσο στοίχημα για τον Οζγκιούρ Οζέλ είναι πόσους βουλευτές και πόσα στελέχη θα μπορέσει να συγκεντρώσει στο Νέο Κόμμα. Φαίνεται ότι αυτή τη μάχη την κερδίζει: ότι θα πάρει μαζί του μεγάλο μέρος των βουλευτών του CHP, καθώς και μεγάλο μέρος των τοπικών οργανώσεων και των στελεχών του.
Δημοσκόπηση που διεξήχθη μετά τις εξελίξεις, καταδεικνύει ότι το νέο κόμμα υπό τον Οζέλ αφήνει πίσω του το CHP, κάτι που είναι μάλλον φυσιολογικό και αναμενόμενο. Ωστόσο, όσον αφορά την απήχηση του κυβερνώντος AKP, κινείται μεν σε χαμηλότερα επίπεδα, αλλά παραμένει πρώτο. Τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, η πρωτιά του AKP δεν φαίνεται να απειλείται εύκολα.
Και αυτό διότι το εναπομείναν CHP υπό τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου θα διατηρήσει μία δύναμη. Δεν θα εξαφανιστε,ί ούτε θα μετακινηθεί ολόκληρο προς το νέο κόμμα του Οζέλ. Επομένως, αυτή τη στιγμή δεν μπορεί κανείς να πει ότι το νέο κόμμα του Οζέλ είναι εύκολο να καταλάβει μόνο του την πρώτη θέση, ενώ το ενωμένο CHP είχε φτάσει σε αυτό το σημείο: αρκετές δημοσκοπήσεις το έδειχναν να προηγείται.
Μιλώντας ακριβώς για το ενιαίο CHP, πώς κρίνετε τον ρόλο που έχει διαδραματίσει ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου; Δέκα εκλογικές μάχες έχει δώσει απέναντι στον Ερντογάν σε βουλευτικές και προεδρικές εκλογές, και όλες τις έχασε, ενώ μετά τη δικαστική επαναφορά του στην ηγεσία του CHP, που απεδέχθη, δεν προχώρησε σε συνέδριο. Ποια η εκτίμησή σας για το πρόσωπο και τις προθέσεις του;
Ο Κιλιτσντάρογλου δεν διαθέτει χάρισμα. Ο Ερντογάν διαθέτει: μπορεί να απευθύνεται σε μεγάλες μάζες του λαού και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Ο Κιλιτσντάρογλου δεν έχει αυτή την ικανότητα και γι’ αυτό έχει ηττηθεί σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος είτε με το AKP είτε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ερντογάν στις προεδρικές εκλογές.
Είναι επίσης βέβαιο ότι ορισμένες από τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν από τη Δικαιοσύνη εναντίον του CHP προέρχονταν από τον ίδιο τον Κιλιτσντάρογλου ή από πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Αυτό αφορά τόσο τις διαδικασίες του προηγούμενου συνεδρίου του κόμματος, οι οποίες κρίθηκαν προβληματικές, όσο και την οικονομική του διαχείριση. Υπήρξαν καταγγελίες εκ των έσω· δεν εφευρέθηκαν όλες από τη Δικαιοσύνη. Η τουρκική Δικαιοσύνη αξιοποίησε αυτές τις καταγγελίες με έναν συγκεκριμένο τρόπο και οδηγηθήκαμε στην «αποκαθήλωση» του Οζέλ.
Συνεπώς, εδώ προκύπτει μία εμμονή του Κιλιτσντάρογλου να παραμείνει στην ηγεσία, με έναν τρόπο που ευνοεί τον Ερντογάν και την κυριαρχία του στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας - είτε αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αντικειμενικές συνθήκες είτε σε στόχευση του ίδιου του Κιλιτσντάρογλου. Θα μπορούσε, δηλαδή, να υπάρχει προσυνεννόηση με τον Ερντογάν. Δεν το γνωρίζει κανείς, αλλά θα μπορούσε να το υποθέσει.
Σε κάθε περίπτωση, τώρα που ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου έχει επιβληθεί από τη Δικαιοσύνη στην ηγεσία του CHP, θα επιδιώξει να διατηρήσει τον έλεγχο του κόμματος. Δεν πρόκειται να οδηγήσει το CHP σε ένα συνέδρι,ο στο οποίο θα υπάρχει κίνδυνος να ηττηθεί ξανά. Στο προηγούμενο συνέδριο έχασε από τον Οζγκιούρ Οζέλ και δεν πρόκειται να διοργανώσει τώρα ένα νέο συνέδριο, το οποίο θα κινδύνευε επίσης να χάσει. Δεν θα το κάνει.
Θα αξιοποιήσει όλα τα πιθανά μέσα για να κρατήσει τον έλεγχο του κόμματος. Δεν θα το παραδώσει εύκολα. Και, βεβαίως, διατηρεί την επωνυμία του CHP, τα σύμβολα και την περιουσία του. Ακόμη και αν αποδειχθεί στην πράξη, μέσα από τις αποχωρήσεις που θα υπάρξουν, ότι δεν διαθέτει ισχυρό πολιτικό ρεύμα, εξακολουθεί να κρατά το όνομα ενός ιστορικού κόμματος, το οποίο αποτελεί συνέχεια του κόμματος του Κεμάλ Ατατούρκ. Το CHP είναι θεσμός για την Τουρκική Δημοκρατία. Επομένως, τα σύμβολα, ο τίτλος και τα περιουσιακά στοιχεία του κόμματος είναι πολύτιμα για όποιον τα κατέχει.
Χαρισματικός ο Κιλιτσντάρογλου σαφώς δεν είναι. Ο Οζγκιούρ Οζέλ, όμως, έχει αποκτήσει δυναμική και ισχυρό ρεύμα με τον τρόπο που ηγήθηκε του CHP μετά τη φυλάκιση του Εκρέμ Ιμάμογλου και τις δικαστικές εξελίξεις εις βάρος του κόμματος. Μήπως ο Οζέλ αποδεικνύεται, απρόσμενα για τον Ερντογάν, σκληρός αντίπαλος; Θα μπορούσε η κατάσταση να γυρίσει μπούμερανγκ για τον Τούρκο πρόεδρο και ο Οζέλ να αποδειχθεί ο ηγέτης που θα τον ανατρέψει;
Όταν αναδείχθηκε αρχικά ο Οζέλ θεωρούνταν ότι δεν θα παρέμενε για πολύ καιρό στην ηγεσία. Αποδείχθηκε, όμως, πολύ αποτελεσματικός με αφορμή την υπόθεση του Εκρέμ Ιμάμογλου. Καθώς ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης άρχισε να αντιμετωπίζει κατηγορίες, οι οποίες κατέληξαν και στην προφυλάκισή του, το κίνημα που δημιούργησε ο Οζέλ τον ανέδειξε σε ηγετική προσωπικότητα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Απέδειξε, δηλαδή, ότι διαθέτει πολύ περισσότερες ικανότητες από όσες του απέδιδαν όταν εξελέγη πρόεδρος του CHP.
Βεβαίως, δεν έχει τη λαϊκή απήχηση του Ιμάμογλου. Και εδώ τίθεται ένα μεγάλο ζήτημα. Καθώς βουλευτές και στελέχη του σημερινού CHP θα μετακινούνται προς το νέο κόμμα του Οζέλ, έχει σημασία τι θα πράξουν οι υποστηρικτές του Ιμάμογλου, ο ίδιος ο Ιμάμογλου, καθώς και μια σειρά δημάρχων του CHP, οι οποίοι προσδίδουν μεγάλη δύναμη στο κόμμα. Αυτό ακόμη δεν φαίνεται να έχει ξεκαθαρίσει. Για παράδειγμα, είχε ακουστεί ότι το τελευταίο διάστημα υπήρχαν ορισμένες διαφορές τακτικής ανάμεσα στον Οζέλ και στον ίδιο τον Ιμάμογλου, έστω και μέσα από τη φυλακή. Αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι πώς θα κινηθεί ο δήμαρχος της Άγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς. Είναι επίσης δημοφιλής και, επειδή προτού προσχωρήσει στο CHP προερχόταν από τον συντηρητικό και εθνικιστικό χώρο, έχει μία διεισδυτικότητα και σε ορισμένα στρώματα του συντηρητικού ακροατηρίου. Μάλιστα, φαινόταν ότι σε μια προσωπική αναμέτρηση με τον Ερντογάν στις προεδρικές εκλογές είχε περισσότερες πιθανότητες να εκλεγεί ακόμη και από τον Ιμάμογλου, όταν εκείνος ήταν ελεύθερος.
Ο Μανσούρ Γιαβάς φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη αποφασίσει πώς θα κινηθεί σε σχέση με τη δημιουργία του νέου κόμματος. Είναι πολύ πιθανό να παραμείνει, για ένα διάστημα, στο εναπομείναν CHP, περιμένοντας να δει ποιες ισορροπίες θα διαμορφωθούν. Δεν θέλει να διακινδυνεύσει την πολιτική «περιουσία» που έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια μέσα στις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις του CHP. Θέλει πρώτα να διαπιστώσει πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Παράλληλα, η τουρκική Δικαιοσύνη έχει αρχίσει ορισμένες έρευνες σχετικά με την οικονομική διαχείριση του Δήμου της Άγκυρας. Είναι πιθανό ο Γιαβάς να τις εκλαμβάνει και ως προειδοποίηση για μια ενδεχόμενη μεταχείρισή του παραπλήσια με εκείνη του Ιμάμογλου και, συνεπώς, να μη θελήσει να διακινδυνεύσει μια τέτοια εξέλιξη.
Υπάρχει, λοιπόν, μια σειρά ζητημάτων που δεν είναι βέβαιο ότι θα ξεκαθαρίσουν γρήγορα. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος. Ο πολύς χρόνος, όμως, δεν λειτουργεί υπέρ της αντιπολίτευσης, αλλά ευνοεί την κυβέρνηση. Διότι η κυβέρνηση και το AKP έχουν τη δυνατότητα να χειρίζονται τις καταστάσεις, την ώρα που η αντιπολίτευση παραμένει απορροφημένη από τα εσωτερικά της ζητήματα και δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να απευθυνθεί στην κοινωνία με πολύ πειστικό τρόπο.
Πάνω σε αυτό που αναφέρατε για τον Μανσούρ Γιαβάς: αναλόγως της δυναμικής που θα καταγράψει στις δημοσκοπήσεις το προσεχές διάστημα, θα μπορούσε και ο Οζέλ να βρεθεί στη θέση του Ιμάμογλου ή να αναζητηθεί κάποια «φόρμουλα» που θα τον θέσει εκτός εκλογικής αναμέτρησης; Μπορούμε να αποκλείσουμε ανάλογες δικαστικές «περιπέτειες»;
Όχι, αλλά με τη διαφορά ότι ο Οζέλ δεν ασκεί κρατική ή αυτοδιοικητική εξουσία. Οι διώξεις εναντίον του Ιμάμογλου και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, οι έρευνες κατά του Γιαβάς, όπως και οι κατηγορίες εναντίον πολλών δημάρχων που προέρχονται από το CHP, συνδέονται με κατηγορίες οι οποίες αφορούν τη διαχείρισή τους ως επικεφαλής δήμων, δηλαδή ως φορέων τοπικής εξουσίας. Ο Οζέλ δεν ασκεί ανάλογη εξουσία. Επομένως, είναι εντελώς διαφορετικό το νομικό πλαίσιο που διέπει τις δικές του ενέργειες, οι οποίες περιορίζονται στον ρόλο του ως επικεφαλής κόμματος και, μέχρι πρότινος, ως προέδρου του CHP.
Εκτιμώ, πάντως, ότι για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα το τοπίο θα είναι θολό γύρω από τις εξελίξεις στην τουρκική αντιπολίτευση, κάτι το οποίο βεβαίως την κρατά σε ομηρία. Δεν μπορεί να συμμετάσχει αποτελεσματικά στο πολιτικό «παιχνίδι» όσο παραμένει απορροφημένη από τα εσωκομματικά της ζητήματα: ποιος θα μετακινηθεί σε ποιο κόμμα, τι θα συμβεί με τους δημάρχους και τα στελέχη, ποια θα είναι η τύχη των τοπικών οργανώσεων και των κομματικών γραφείων. Όλα αυτά έχουν ασφαλώς σημασία για τον εσωκομματικό «πόλεμο», δεν έχουν όμως την ίδια σημασία για τους πολίτες.
Περνώντας στο εγχείρημα του Ερντογάν για νέα προεδρική υποψηφιότητα, ποιοι είναι οι δρόμοι για την υπέρβαση των περιορισμών του Συντάγματος και σε ποιες ισορροπίες πρέπει να κινηθεί;
Εδώ έγκειται το μεγάλο ζήτημα - το «μεγάλο κόλπο» σχετίζεται με τους σχεδιασμούς του Ερντογάν ώστε να μπορέσει να είναι εκ νέου υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές. Γύρω από αυτό θα παιχτούν πολύ μεγάλα πολιτικά «παιχνίδια».
Ο Ερντογάν έχει δύο δρόμους για να είναι ξανά υποψήφιος. Βάσει του Συντάγματος, δεν έχει δικαίωμα για μία επιπλέον θητεία και υπάρχουν μόνο δύο εξαιρέσεις που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν να τη διεκδικήσει. Η πρώτη είναι να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές, οπότε θα θεωρηθεί ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η τρέχουσα θητεία του και, κατά συνέπεια, θα έχει τη δυνατότητα να είναι εκ νέου υποψήφιος. Η δεύτερη είναι να υπάρξει αναθεώρηση του Συντάγματος, τουλάχιστον ως προς τη διάταξη που καθορίζει τον αριθμό των προεδρικών θητειών.
Και για τις δύο επιλογές απαιτείται ευρεία πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, η οποία υπερβαίνει το άθροισμα των βουλευτών των σημερινών κυβερνητικών κομμάτων: του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Επομένως, προκειμένου να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε από τις δύο αυτές κινήσεις, πρέπει να βρουν και άλλους συμμάχους. Αυτό, αποσαφηνίζουμε, πως ισχύει ακόμη και για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Στην Ελλάδα ο πρωθυπουργός μπορεί ουσιαστικά να λάβει μόνος του μια τέτοια απόφαση. Στην Τουρκία, όμως, απαιτείται απόφαση της Εθνοσυνέλευσης με ευρεία πλειοψηφία, όπως ευρεία πλειοψηφία απαιτείται και για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Ποιος είναι ο καθοριστικός παράγοντας που θα κρίνει την «επιχείρηση νέα θητεία»;
Για να βρεθούν οι αναγκαίοι σύμμαχοι, πρέπει να γίνουν ορισμένες πολύ προσεκτικές κινήσεις. Η μία μεγάλη κίνηση, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολλούς μήνες, αφορά την προσπάθεια να υπάρξει μία ομαλοποίηση στο Κουρδικό ζήτημα. Ήδη ορισμένες ομάδες του εκτός νόμου Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) έχουν διαλυθεί και κάποιες έχουν παραδώσει τον οπλισμό τους. Όλη αυτή η διαδικασία εξελίσσεται και με τη μεσολάβηση και του κρατούμενου στις φυλακές του Ιμραλί Αμπντουλάχ Οτζαλάν, ιδρυτή του PKK, ο οποίος έχει καλέσει σε κατάθεση των όπλων και επανένταξη των στελεχών του PKK στη νόμιμη πολιτική ζωή της Τουρκίας.
Αυτή η διαδικασία προφανώς θα συνοδευτεί και από κάποιου τύπου αμνηστία, τουλάχιστον για ορισμένες κατηγορίες μαχητών του PKK. Η σύγκρουση έχει προκαλέσει χιλιάδες θανάτους τόσο μεταξύ των ανταρτών του PKK όσο και στις δυνάμεις του κράτους, στον στρατό και στην αστυνομία, με τους νεκρούς στις τάξεις των σωμάτων ασφαλείας να θεωρούνται ήρωες στην Τουρκία. Παράλληλα, η σύγκρουση έχει καταστρέψει χωριά και έχει οδηγήσει στην επιβολή περιορισμών και καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε πολλές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας, στις οποίες πλειοψηφεί ο κουρδικός πληθυσμός.
Εάν υπάρξει λύση στο Κουρδικό, ένα ζήτημα που ταλανίζει τη χώρα επί πολλές δεκαετίες, θα πρόκειται για ιστορική εξέλιξη για την Τουρκική Δημοκρατία. Επομένως, ο Ερντογάν μπορεί να κερδίσει πολιτικά από μια τέτοια εξέλιξη, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνησή του έφερε την εσωτερική ειρήνη στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, μπορεί να εξασφαλίσει τη στήριξη των βουλευτών του φιλοκουρδικού Κόμματος Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών (DEM) είτε για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών είτε για συνταγματική αναθεώρηση.
Αυτό, λοιπόν, είναι το «colpo grosso». Στους βουλευτές του DEM θα μπορούσαν να προστεθούν και ορισμένοι ανεξάρτητοι βουλευτές, ίσως ακόμη και κάποιοι ή όλοι οι βουλευτές που θα παραμείνουν με τον Κιλιτσντάρογλου στο CHP. Αυξάνεται, δηλαδή, η δυνατότητα του κυβερνητικού συνασπισμού να βρει συμμαχίες εντός της Εθνοσυνέλευσης και να συγκροτήσει την ευρύτερη πλειοψηφία που απαιτείται για να επιτύχει μία από τις δύο κινήσεις.
Πέραν, όμως, των πολιτικών χειρισμών, η επίλυση του Κουρδικού θα αποτελούσε αντικειμενικά μια πολύ σημαντική εξέλιξη για την Τουρκία. Ο Ερντογάν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι, στα περισσότερα από 20 χρόνια κατά τα οποία βρίσκεται με διαφορετικές ιδιότητες στην εξουσία -ως επικεφαλής του κυβερνώντος κόμματος, πρωθυπουργός και πρόεδρος-, έχει να επιδείξει δύο ιστορικά επιτεύγματα.
Το πρώτο, ότι επέβαλε την επιστροφή του στρατού στους στρατώνες, δηλαδή τον τερματισμό της ανάμειξής του στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Πρόκειται για ιστορικής σημασίας ζήτημα, διότι ο στρατός παρενέβαινε στις πολιτικές εξελίξεις από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923. Ουσιαστικά, άλλωστε, την Τουρκική Δημοκρατία την ίδρυσε ο στρατός και γι’ αυτό στα διαδοχικά Συντάγματα ο ρόλος του ήταν και θεσμικός, με την προβολή του ως υπερασπιστή της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Ο Ερντογάν, λοιπόν, θα μπορεί να πει ότι κατόρθωσε να επιστρέψει τον στρατό στους στρατώνες, χωρίς πολιτικό ρόλο και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Το δεύτερο μείζον ζήτημα, επίσης ιστορικής σημασίας, θα είναι η επίλυση του Κουρδικού. Σε αυτά θα μπορεί να προσθέσει την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και τη διεθνή επιρροή που κατόρθωσε να αναπτύξει ως ηγέτης της Τουρκίας.
Ποια θα μπορούσαν να είναι τα ανταλλάγματα προς την κουρδική πλευρά;
Συζητείται ότι στο πλαίσιο μιας συνταγματικής αναθεώρησης, πέρα από την άρση περιορισμών και νόμων έκτακτης ανάγκης σε ορισμένες περιοχές της Τουρκίας όπου υπήρχε το αντάρτικο, θα μπορούσαν να κατοχυρωθούν ακόμη περισσότερες ελευθερίες για την κουρδική γλώσσα και τον κουρδικό πολιτισμό.
Να υπενθυμίσουμε σε αυτό το σημείο ότι κατά την πρώτη δεκαετία του Ερντογάν, τη λεγόμενη «καλή δεκαετία», υπήρξε πράγματι μια διαδικασία φιλελευθεροποίησης για όλες τις μειονότητες της Τουρκίας, όπως και απόδοση ιδρυμάτων που τους είχαν αφαιρεθεί. Μεταξύ άλλων, επετράπη η διδασκαλία της κουρδικής γλώσσας σε ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια, από τα οποία έως τότε ήταν αποκλεισμένη, καθώς και η λειτουργία ραδιοφωνικών σταθμών που εξέπεμπαν στα κουρδικά. Αυτές ήταν κινήσεις που είχε ήδη κάνει ο Ερντογάν. Συνεπώς, θα μπορούσε τώρα να προχωρήσει ακόμη περισσότερο.
Το σημαντικότερο που συζητείται είναι ότι σε μια νέα συνταγματική αναθεώρηση θα μπορούσε να περιληφθεί διάταξη, η οποία θα αναφέρει ότι η κουρδική κοινότητα ή η κουρδική εθνότητα -θα πρέπει να δούμε πώς ακριβώς θα διατυπωθεί- αποτελεί συνιστώσα του τουρκικού κράτους και της τουρκικής κοινωνίας. Θα αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι πέραν του τουρκικού πληθυσμού και της τουρκικής κοινωνίας, και η κουρδική εθνότητα αποτελεί συνιστώσα του κράτους και της κοινωνίας. Θα πρόκειται για συνταγματική αναγνώριση, γεγονός πολύ σημαντικό.
Ένα επιπλέον αντάλλαγμα θα ήταν μία ελάφρυνση του καθεστώτος κράτησης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Δεν γνωρίζουμε εάν θα μπορούσε να φτάσει έως την πλήρη απελευθέρωσή του. Θα μπορούσε, όμως, να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό ή να του παρασχεθούν περισσότερες ελευθερίες σε σχέση με το σημερινό καθεστώς κράτησης.
Όλες αυτές οι κινήσεις θα μπορούσαν, επιπλέον, να οδηγήσουν τον Ερντογάν στο να κερδίσει τη στήριξη ορισμένων προοδευτικών τμημάτων του τουρκικού εκλογικού σώματος. Πρόκειται για ψηφοφόρους οι οποίοι δεν υποστηρίζουν το κόμμα του, αλλά θα μπορούσαν να στηρίξουν τον ίδιο στην προεδρική κάλπη εξαιτίας αυτής της φιλελευθεροποίησης στο Κουρδικό.
Θα μπορούσε να προσελκύσει ακόμη και Κούρδους ψηφοφόρους. Δεν ψηφίζουν όλοι οι Κούρδοι το DEM. Ένα μεγάλο τμήμα τους το υποστηρίζει, αλλά Κούρδοι ψηφοφόροι επιλέγουν επίσης το CHP και το AKP. Υπάρχουν, δηλαδή, περισσότερο μετριοπαθείς θα λέγαμε Κούρδοι ψηφοφόροι οι οποίοι, λόγω των κινήσεων που έχει κάνει κατά καιρούς ο Ερντογάν υπέρ των Κούρδων, τον υποστηρίζουν. Θα μπορούσε, επομένως, να αποκομίσει και από αυτή την πλευρά πολιτικά οφέλη. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα πολυπαραγοντικό παιχνίδι, με πολλές απολήξεις.
Πώς θα αντιδρούσαν την ίδια στιγμή οι εθνικιστικοί κύκλοι;
Σίγουρα θα υπάρξουν αντιδράσεις από ορισμένους εθνικιστικούς κύκλους. Φαίνεται, όμως, ότι ο σχεδιασμός που έχει κάνει ο Ερντογάν είναι πιο ευφυής. Το γεγονός ότι το ζήτημα της επίλυσης του Κουρδικού το άνοιξε πρώτος προ διετίας ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο ιστορικός ηγέτης της Ακροδεξιάς και του εθνικιστικού στρατοπέδου στην Τουρκία, περιόρισε εξαρχής τις αντιδράσεις από την εθνικιστική πλευρά.
Όταν ο ιστορικός αντίπαλος των Κούρδων και του κουρδικού κινήματος δηλώνει ότι αυτή η σύγκρουση πρέπει κάποτε να τερματιστεί, ότι η Τουρκική Δημοκρατία πρέπει να απαλλαγεί από το πρόβλημα και ότι πρέπει να βρεθεί λύση, οι εθνικιστικές φωνές περιορίζονται ή, τουλάχιστον, μειώνεται η απήχησή τους. Διότι την πρωτοβουλία έχει αναλάβει ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του εθνικιστικού χώρου και κατόπιν ήρθε ο Ερντογάν να δηλώσει ότι συμφωνεί να συζητηθεί το ζήτημα.
Μπορεί ο Μπαχτσελί να συγκρατήσει το όλο συνονθύλευμα των εθνικιστικών κύκλων;
Κάποιοι είναι βέβαιο ότι δεν θα υπακούσουν. Ο Μπαχτσελί, όμως, διατηρεί πολύ μεγάλο έρεισμα στο δικό του κόμμα πρώτα απ’ όλα. Είναι ο ιστορικός ηγέτης και τα στελέχη τον σέβονται. Ενδέχεται κάποιοι στο εσωτερικό του MHP να διαφωνήσουν ή να εκφράσουν αντιρρήσεις, αλλά θεωρώ ότι θα παραμείνουν στο περιθώριο. Ορισμένοι εθνικιστικοί κύκλοι εκτός του κόμματός του θα αντιδράσουν εντονότερα, αλλά η απήχησή τους δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να «ενοχλήσει» τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού.
Αντιθέτως, η ανακούφιση που θα αισθανθεί η τουρκική κοινωνία από τη λήξη αυτής της αιματηρής σύγκρουσης θα είναι πολύ μεγάλη. Θα υπερβαίνει τα όρια της σημερινής εκλογικής επιρροής του κυβερνητικού συνασπισμού και θα εκτείνεται σε άλλα κοινωνικά στρώματα και σε διαφορετικούς χώρους του πολιτικού συστήματος.
Θα υπάρξουν, φυσικά, και θετικές διεθνείς αντιδράσεις, διότι οποιαδήποτε κίνηση φιλελευθεροποίησης στην Τουρκία προφανώς και θα γίνει δεκτή με θετικό τρόπο.
Θα υπάρξουν θετικές διεθνείς αντιδράσεις για το Κουρδικό. Από την άλλη, όμως, βλέπουμε επί της ουσίας μια ευρωπαϊκή αδιαφορία απέναντι στη διάβρωση του Κράτους Δικαίου στην Τουρκία: ο Ιμάμογλου παραμένει φυλακισμένος, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη μπαράζ διώξεων κατά δημάρχων του CHP, ακαδημαϊκών, διανοούμενων, δημοσιογράφων και πολιτών. Γιατί αυτή η ευρωπαϊκή «σιγή» και πώς εξαργυρώνει πολιτικά ο Ερντογάν την ανάλογη στάση των ΗΠΑ επί Τραμπ;
Η κατάσταση είναι πράγματι αυτή. Οι Ευρωπαίοι έχουν πάντως επικρίνει αυτές τις ενέργειες μέσω δηλώσεων, δηλαδή δεν πρόκειται περί απόλυτης σιωπής.
Αυτό που συμβαίνει είναι το εξής: η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας έχει «παγώσει». Μπορεί να παραμένει επισήμως υποψήφια προς ένταξη χώρα, αλλά δεν διεξάγονται ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Συνεπώς, τα ζητήματα των ατομικών δικαιωμάτων και του Κράτους Δικαίου δεν έχουν για την Ευρώπη την ίδια βαρύτητα που θα είχαν εάν επρόκειτο για μια χώρα ευρισκόμενη σε ενεργή ενταξιακή διαδικασία ή, πολύ περισσότερο, για κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρα, είναι διαφορετικό το καθεστώς για μία χώρα με την οποία επιδιώκεις συνεργασία σε συγκεκριμένους τομείς και διαφορετικό απέναντι σε μια χώρα που διαθέτει ρεαλιστική προοπτική ένταξης. Οι Ευρωπαίοι κάνουν αυτόν τον διαχωρισμό, κυρίως επειδή θεωρούν ότι χρειάζονται τη συνεργασία της Τουρκίας σε ορισμένα πολύ σημαντικά ζητήματα, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, των δυνατοτήτων της αμυντικής της βιομηχανίας και άλλων παραγόντων.
Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, η σημερινή στάση του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει προφανώς καμία σχέση με εκείνη του Τζο Μπάιντεν. Ο Μπάιντεν είχε βάλει τον Ερντογάν στον «πάγο», κυρίως επειδή το Δημοκρατικό Κόμμα αποδίδει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στα ανθρώπινα δικαιώματα, στα δικαιώματα των μειονοτήτων και στις ατομικές ελευθερίες από ό,τι οι Ρεπουμπλικανοί - πολλώ δε μάλλον ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα ζητήματα ούτε καν στο εσωτερικό της δικής του χώρας. Γενικότερα, αρέσκεται να συνομιλεί με ηγέτες που επιδεικνύουν αυταρχισμό. Εδώ, επομένως, έχουμε δύο ταχύτητες μεν, αλλά με κοινή συνισταμένη τη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας.
Κλείνοντας κ. Τσίκα, διακρίνετε την όποια προοπτική αποφυλάκισης του Εκρέμ Ιμάμογλου και σε ποιο πλαίσιο;
Θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί μία «λύση» στο ζήτημα του Εκρέμ Ιμάμογλου. Δεν νομίζω ότι ο Ιμάμογλου θα παραμείνει προφυλακισμένος όταν θα έχουν πλέον διαμορφωθεί οι πολιτικές εξελίξεις και θα έχει διασφαλιστεί, κατά κάποιον τρόπο, η προοπτική παραμονής του Ερντογάν στην εξουσία. Θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα αποφυλακιστεί ή θα πάψει να τελεί υπό προσωρινή κράτηση για ορισμένες από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Με αυτόν τον τρόπο θα εκτονωθεί και η όποια διεθνής πίεση ασκείται.
Αλλά παροπλισμένος πολιτικά, με την οριστική αφαίρεση του πανεπιστημιακού τίτλου, που τον αποκλείει από οποιαδήποτε μελλοντική προεδρική υποψηφιότητα
Ναι, παραμερισμένος από τις πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες ίσως και να έχουν ήδη προηγηθεί εάν οι πρόωρες προεδρικές εκλογές διεξαχθούν σύντομα. Ανεξαρτήτως των ποινών κάθειρξης που αντιμετωπίζει, και μόνο η αφαίρεση του πανεπιστημιακού τίτλου αρκεί, βάσει Συντάγματος, για να μην είναι υποψήφιος, επομένως δεν είναι πια το ίδιο πολιτικά επικίνδυνος.
