Θ. Τσίκας: Στο μεταίχμιο για στρατιωτική κλιμάκωση στο Ιράν - Τα Εμιράτα και οι ισορροπίες στον Κόλπο
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP

Θ. Τσίκας: Στο μεταίχμιο για στρατιωτική κλιμάκωση στο Ιράν - Τα Εμιράτα και οι ισορροπίες στον Κόλπο

Για το αδιέξοδο γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, τη στρατιωτική δράση που «ζυγίζει» ο Ντόναλντ Τραμπ και την τροχιά αναδιάταξης του γεωπολιτικού χάρτη στον χώρο του Περσικού Κόλπου, της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής Χερσονήσου, με σημείο-κλειδί την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ στο φόντο της αντιπαλότητας με τη Σαουδική Αραβία, μιλά ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Αναδεικνύοντας τους δύο κομβικούς παράγοντες που δυσχεραίνουν τη διαπραγματευτική διαδικασία -το αφήγημα της «νίκης» στο οποίο πιστεύουν και το οποίο καλλιεργούν αμφότερες οι πλευρές και η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης-, ο κ. Τσίκας αναφέρεται στην τακτική καθυστερήσεων του Ιράν, τον πολιτικό χρόνο που πιέζει τον Τραμπ και την προοπτική νέας στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ -όχι σε βαθμό επιστροφής σε πλήρη πολεμική σύγκρουση- απέναντι σε ένα Ιράν που «βρυχάται» μεν, αλλά είναι πιθανό να φθάσει προσεχώς σε σημείο αναστολής της λειτουργίας των πετρελαιοπηγών του εξαιτίας του ναυτικού αποκλεισμού.

Ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), εμβαθύνει στις γεωπολιτικές ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο που αναδιαμορφώνονται, εξηγώντας τη μεταβαλλόμενη στάση των αραβικών κρατών απέναντι στις ΗΠΑ και φωτίζοντας ιδιαίτερα τη γεωπολιτική σημασία της αποχώρησης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ, στην οποία και προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα από την οικονομική διάσταση.

Υπό το φως της αντιπαλότητας Εμιράτων - Σαουδικής Αραβίας και του μεταξύ τους ανταγωνισμού για επιρροή στη Μέση Ανατολή, την Αραβική Χερσόνησο και το Κέρας της Αφρικής, αναλύει ο κ. Τσίκας την αποχώρηση του Αμπού Ντάμπι από τον ΟΠΕΚ, μιλώντας για τη συμμαχία που αναπτύσσουν τα Εμιράτα με το Ισραήλ και την Ινδία την ώρα που το Ριάντ διατηρεί στρατιωτική συμμαχία με το Πακιστάν, στην οποία φιλοδοξεί να προσχωρήσει η Τουρκία. Ο ίδιος κάνει λόγο για έναν νέο πολιτικό-γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής, που αυτή τη στιγμή χαράσσεται και μένει να διαφανεί πώς θα σχηματοποιηθεί. 

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Εν μέσω του αδιεξόδου για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, η CENTCOM ενημερώνει τον Ντόναλντ Τραμπ για τις διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές, διαρρέουν σχεδιασμοί για ένα «σύντομο και ισχυρό» κύμα επιθέσεων, βγαίνει το «χαρτί» του υπερηχητικού πυραύλου Dark Eagle και στο τραπέζι φέρεται να βρίσκεται και ειδική επιχείρηση στο Ορμούζ. Κύριε Τσίκα, εκτιμάτε ότι είναι πλέον μονόδρομος πολιτικά για τον Τραμπ η επανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων; Και τι αποφέρει στην Τεχεράνη η τακτική των καθυστερήσεων στην οποία επιδίδεται;

Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος, το Ιράν είναι, γενικά, «αυθεντία» στις καθυστερήσεις. Πρόκειται για τακτική που εφαρμόζει παλαιόθεν, τόσο όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα όσο και άλλες διαπραγματεύσεις. Το βασικό ζήτημα εδώ είναι ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να δώσουν «κάτι». Και επειδή αυτό δεν είναι εύκολο, ιδίως πολιτικά -με βάση τους εσωτερικούς συσχετισμούς ισχύος στο Ιράν- επιδιώκουν να παρατείνουν τη διαδικασία.

Από την άλλη πλευρά, αν γινόταν αποδεκτή η πρότασή τους -δηλαδή ένα αμοιβαίο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ δίχως να διευθετηθεί το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος- θα επιστρέφαμε ουσιαστικά στην κατάσταση προ δύο μηνών, πριν τη σύγκρουση, με ανοιχτά τα Στενά αλλά χωρίς καμία λύση στο πυρηνικό ζήτημα. Αυτό προφανώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς θα σήμαινε ότι οι νεκροί, οι καταστροφές και η αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας από τη στρατιωτική αναμέτρηση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον Ιράν δεν απέδωσε τίποτα. Για τον Ντόναλντ Τραμπ αυτό είναι πολιτικά ασύμφορο - δεν μπορεί να σταθεί πολιτικά χωρίς να μπορεί να επιδείξει κάποιο αποτέλεσμα.

Αν, λοιπόν, οι Ιρανοί στη συμπληρωματική πρόταση, που αναμένεται να καταθέσουν, δεν περιλαμβάνουν κάτι χειροπιαστό για το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος, ο Τραμπ δεν θα μπορεί να συνεχίσει για μεγάλο διάστημα να φαίνεται ότι είναι «ουρά» των αντιδράσεων της Τεχεράνης. Θα μοιάζει σαν να σύρεται από το Ιράν και μάλιστα δίχως κανένα απτό αποτέλεσμα. Συνεπώς, μία εντυπωσιακή κίνηση είναι πιθανή για να δείξει ότι ο ίδιος, και αντιδρά, και πιέζει. 

Θα μπορούσαμε να δούμε επιμέρους στρατιωτικές κινήσεις, είτε στη νήσο Χαργκ στο βόρειο τμήμα του Περσικού Κόλπου είτε στα Στενά του Ορμούζ, επίσης μία επιχείρηση για να ελέγξουν τα 450 κιλά του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου στις υπόγειες εγκαταστάσεις στο Ισφαχάν ή έναν συνδυασμό ενεργειών - που θα ήταν πολιτικά επιβεβλημένο για τον Τραμπ και ταυτόχρονα θα λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης προς το Ιράν.

Ωστόσο, δεν θεωρώ πιθανή την επιστροφή σε πλήρη πολεμική σύγκρουση ανάλογη του προηγούμενου διμήνου. Και οι δύο πλευρές έχουν υποστεί φθορά σε στρατιωτικά μέσα. Μια παρατεταμένη κρίση τέτοιας έντασης δεν μπορεί να γίνει ανεκτή ούτε από την παγκόσμια οικονομία ούτε και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Και φυσικά ούτε και το Ιράν έχει τις αντοχές για επιστροφή σε πλήρη πολεμική σύγκρουση, καθώς έχει απολέσει μεγάλο τμήμα του οπλοστασίου και έχει υποστεί πολλές ζημιές στις υποδομές του.

Υπάρχει η σκέψη να πληγούν υποδομές του Ιράν, αλλά το τι ακριβώς σημαίνει «υποδομές», ποιοι θα ήταν οι στόχοι και σε ποια έκταση θα πλήττονταν, δεν το γνωρίζει κανείς αυτή τη στιγμή. Πάντως, είναι σαφές ότι η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως έχει.

Επιπλέον πρέπει να προσμετρήσουμε ότι η τόσο μεγάλη συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων -τρία αμερικανικά αεροπλανοφόρα και χιλιάδες στρατιώτες βρίσκονται στην περιοχή, γεγονός εξαιρετικά ασυνήθιστο- έχει σημαντικό κόστος και δεν μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κάποια εξέλιξη θα υπάρξει.

Συνεπώς, αν Ιράν δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό στη συμπληρωματική του πρόταση διαφαίνεται στρατιωτική κλιμάκωση, όχι σε βαθμό πλήρους σύγκρουσης. Θα ήταν αυτά τα νέα πλήγματα και η τελική κίνηση Τραμπ πριν ανακηρύξει «νίκη» και αποχωρήσει ανεξαρτήτως αν θα έχει υπάρξει συμφωνία για το πυρηνικό ζήτημα; Και τι θα συνέβαινε με τα Στενά του Ορμούζ;

Αυτό θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα των ενεργειών αυτών. Δεν μπορεί να προεξοφληθεί. Ο ίδιος ο Τραμπ πιθανότατα θα αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των χτυπημάτων και, στη συνέχεια, θα αποφασίσει πώς θα συνεχίσει, πώς θα πιέσει περαιτέρω και τι θα ζητήσει από το ιρανικό καθεστώς.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Τραμπ οπωσδήποτε πιέζεται από τον χρόνο εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Τον πιέζει το πολιτικό και οικονομικό κλίμα, διότι προφανώς οι τιμές του πετρελαίου είναι διεθνείς. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί δεν εξαρτώνται για τις προμήθειές τους από τα Στενά, δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάζονται από την όλη κατάσταση.

Από την άλλη, και το ίδιο το Ιράν αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα, καθώς δεν μπορεί πλέον να διαθέσει το πετρέλαιό του. Αυτό όχι μόνο σημαίνει απώλεια εσόδων ύψους δισεκατομμυρίων αλλά προσεχώς θα έχει πρόβλημα με τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του, καθώς φτάνει σε σημείο να μην μπορεί να αποθηκεύσει το πλεονάζον πετρέλαιο. Αναγκάζεται να χρησιμοποιεί ακατάλληλες εγκαταστάσεις για την αποθήκευση, όμως σε λίγο είναι πολύ πιθανό να αναγκαστούν να αναστείλουν τη λειτουργία των πετρελαιοπηγών. Αν συμβεί αυτό, η επανεκκίνηση τους θα απαιτήσει πολλούς μήνες. 

Άρα, υπάρχει πολύ μεγάλη πίεση χρόνου και για το Ιράν παρά τις όποιες διακηρύξεις τους. Βέβαια η πίεση χρόνου στα αυταρχικά καθεστώτα δεν επιδρά το ίδιο όπως στα δημοκρατικά πολιτεύματα. Τα αυταρχικά καθεστώτα δεν υπολογίζουν το λαό τους και τις οικονομικές συνέπειες πάνω του, όπως συμβαίνει στις δημοκρατικές χώρες. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουν πάρα πολύ σημαντικό πρόβλημα, ειδικά με το ζήτημα της παραγωγής πετρελαίου.

Σε συνέχεια των όσων αναφέρετε, πώς «διαβάζετε» τη δήλωση που αποδίδεται στον υιό Χαμενεΐ περί του «λαμπρού μέλλοντος» στον Περσικό χωρίς την παρουσία των ΗΠΑ και τα περί νέας διοίκησης στα Στενά του Ορμούζ; Οι «πυρηνικές και βαλλιστικές δυνατότητες» της χώρας αποτελούν «εθνικά πλεονεκτήματα» και θα προστατευτούν, δήλωσε επίσης ο ανώτατος ηγέτης.

Το ουσιαστικό ζήτημα ήταν και παραμένει ότι, και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι έχουν νικήσει. Και από τη στιγμή που θεωρούν ότι έχουν νικήσει, δεν έχουν βούληση για ευελιξία στις διαπραγματεύσεις. Όλα αυτά τα οποία συζητούμε, συνδέονται με το αφήγημα που θέλει να διαμορφώσει η κάθε πλευρά, τόσο στο εσωτερικό της όσο και διεθνώς. 

Μια δεύτερη μεγάλη δυσκολία είναι η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι μεν Αμερικανοί θεωρούν ότι αν αποσύρουν όλες τις δυνάμεις και την πίεση που ασκούν με τον ναυτικό αποκλεισμό, ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία, το Ιράν ενδέχεται να μην την τηρήσει, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν με την παρεμπόδιση επιθεωρήσεων της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Οι δε Ιρανοί δεν εμπιστεύονται ότι οι Αμερικανοί, αλλά και οι Ισραηλινοί, δεν θα επιτεθούν ξανά, ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία.

Αυτοί οι δύο παράγοντες -το αφήγημα της «νίκης» και η έλλειψη εμπιστοσύνης- είναι εξαιρετικά σημαντικοί και εμποδίζουν την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, περισσότερο από τις επιμέρους λεπτομέρειες. Διότι οι διαπραγματευόμενοι απαιτούν όρους, προϋποθέσεις και εγγυήσεις, που είναι δύσκολα αποδεκτές. 

Ποιες είναι οι ισορροπίες αυτή τη στιγμή στον Περσικό Κόλπο σε σχέση με τα αραβικά κράτη έπειτα από δύο μήνες πολέμου; Και πώς «μεταφράζεται» η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ;

Οι αραβικές χώρες του Κόλπου έχουν βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς έχουν δεχθεί πολύ σοβαρά πλήγματα που έχουν επιφέρει κλίμα ανασφάλειας και πολύ σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Ως αποτέλεσμα, η στάση τους αναδιαμορφώνεται. Παράλληλα, η εμπιστοσύνη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες ως εγγυητή ασφάλειας έχει μειωθεί. Όλες αυτές οι χώρες -Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ομάν- είχαν την πεποίθηση ότι ο εγγυητής της ασφάλειάς τους ήταν οι ΗΠΑ. Βλέπουν όμως ότι οι ΗΠΑ, τουλάχιστον υπό τον Τραμπ, δίνουν προτεραιότητα σε μία συμμαχία με το Ισραήλ, η οποία ακολουθεί επιθετική πρακτική και ταυτοχρόνως αγνοεί τις δικές τους ανάγκες ασφαλείας ως χώρες της περιοχής.

Αφενός το Ισραήλ είναι σχετικά μακριά, αφετέρου οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να φύγουν από την περιοχή, ενώ οι ίδιες μένουν να αντιμετωπίσουν το Ιράν, όπου παραμένει το ίδιο καθεστώς και μάλιστα πολύ πιο επιθετικό. Επομένως, θα αρχίσουμε να βλέπουμε πολλές διαφοροποιήσεις - μία ορισμένη αποστασιοποίηση από τη σταθερή συμμαχία με τις ΗΠΑ και αναζήτηση και άλλων τοπικών ή περιφερειακών συμμαχιών. Το τοπίο σε αυτές τις χώρες θα διαφοροποιηθεί πολύ -ήδη έχει αρχίσει να διαφοροποιείται- και θα οδηγήσει σε έναν νέο πολιτικό-γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής, που αυτή τη στιγμή χαράσσεται και μένει να διαφανεί πώς θα σχηματοποιηθεί. 

Δηλαδή, από τη μία πλευρά βλέπουμε ότι η Σαουδική Αραβία διατηρεί στρατιωτική συμμαχία με το Πακιστάν, στην οποία απ’ ότι φαίνεται προσπαθεί να προσχωρήσει και η Τουρκία. Από την άλλη, είδαμε τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη που δεν συνιστά μία απλή τεχνική κίνηση εκ μέρους των Εμιράτων - έχει προφανώς οικονομικά κίνητρα αλλά, κατά την εκτίμησή μου, πρωτίστως τα κίνητρα είναι γεωπολιτικά.

Όσον αφορά το οικονομικό σκέλος, ο ΟΠΕΚ επιβάλλει ποσοστώσεις, δηλαδή περιορισμούς, στην παραγωγή πετρελαίου από τα κράτη-μέλη του ώστε να κρατά σε κάποια επίπεδα τις τιμές. Δηλαδή δεν θέλει την πολύ μεγάλη παραγωγή διότι κατ’ αυτό τον τρόπο πέφτουν πολύ χαμηλά οι τιμές, ενώ και το αντίστροφο μπορεί να φέρνει αντιδράσεις χωρών ως προς τις πολύ υψηλές τιμές. Ο ΟΠΕΚ ουσιαστικά διαμορφώνει τις τιμές σε παγκόσμιο επίπεδο· πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για ένα ενεργειακό-οικονομικό λόμπι που επηρεάζει τις τιμές.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πρώτον, δεν εξαρτώνται πια τόσο πολύ από το πετρέλαιο, καθώς έχουν στρέψει την οικονομία τους σε τεχνολογίες αιχμής και συνεπώς δεν έχουν πλέον στον ίδιο βαθμό κοινά συμφέροντα με τις υπόλοιπες χώρες στο οικονομικό πεδίο. Δεύτερον, τα Εμιράτα είχαν επενδύσει πολύ στον τομέα του τουρισμού και σε ένα κλίμα ασφάλειας που ευνοεί την παροχή υπηρεσιών. Στους τομείς αυτούς έχουν υποστεί πολύ μεγάλη ζημία, καθώς δεν εμφανίζονται πια ως ασφαλής προορισμός. Επομένως, με την αποχώρησή τους από τον ΟΠΕΚ, μετά και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, θα έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν όσο πετρέλαιο επιθυμούν, προκειμένου να αντισταθμίσουν, σε έναν βαθμό, τις απώλειες στα έσοδά τους.

Ωστόσο, η γεωπολιτική διάσταση, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι ακόμη πιο σημαντική. Ο ΟΠΕΚ ηγεμονεύεται από τη Σαουδική Αραβία, με την οποία τα Εμιράτα βρίσκονται τα τελευταία δύο χρόνια σε ανταγωνισμό για επιρροή στην ευρύτερη περιοχή - στη Μέση Ανατολή (βλέπε Λίβανος), στην Αραβική Χερσόνησο (βλέπε εμφύλιος πόλεμος της Υεμένης), αλλά και στο Κέρας της Αφρικής τόσο στον εμφύλιο πόλεμο εντός του Σουδάν, όσο και στην αντίθεση μεταξύ του Σουδάν και του Νοτίου Σουδάν, αλλά και στην αντιπαράθεση Αιγύπτου-Αιθιοπίας και Αιθιοπίας-Σομαλίας, στην αντιπαράθεση της Σομαλίας με την -παρανόμως αποσχισθείσα από αυτήν- οντότητα της Σομαλιλάνδης. Σε όλα αυτά τα μέτωπα βρίσκονται απέναντι - άσπονδοι αντίπαλοι.

Ενώ η Σαουδική Αραβία συνεργάζεται με Πακιστάν, Τουρκία και Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αναπτύσσουν συμμαχία με το Ισραήλ και την Ινδία. Τα Εμιράτα, λοιπόν, θέλουν να φύγουν από μια Οργάνωση που ουσιαστικά ηγεμονεύεται από τη Σαουδική Αραβία και η οποία δεν καλύπτει φυσικά και τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Στον ΟΠΕΚ δε, συμμετέχει και το Ιράν, το οποίο κατά τη διάρκεια του πολέμου χτύπησε πολύ περισσότερο τα Εμιράτα απ’ ό,τι τη Σαουδική Αραβία. Δεν θεωρούν ότι μπορεί να μετέχουν σε έναν Οργανισμό, στον οποίο βρίσκονται σε τόσο μεγάλη σύγκρουση με ένα από τα κράτη-μέλη του - πολλώ δε μάλλον που η συμμαχία τους με το Ισραήλ και την Ινδία τα τοποθετεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απέναντι από το Ιράν συγκριτικά με τις άλλες χώρες.

Η δε αποχώρηση και από τον άλλο Οργανισμό, τον OPEC+, συνδέεται με τη Ρωσία, η οποία και μετέχει στο σχήμα· όταν η Ρωσία εμφανίζεται ως σύμμαχος του Ιράν, προφανώς υπάρχει και αντίθεση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το νέο γεωπολιτικό προσανατολισμό τους.

Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αποτελεί εξέλιξη-«κλειδί» της αναδιαμόρφωσης του πολιτικού και γεωπολιτικού χάρτη στο χώρο του Περσικού Κόλπου, της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής Χερσονήσου. Δεν είναι απλώς μια οικονομική απόφαση, αλλά μια στρατηγική κίνηση που έχει προετοιμαστεί εδώ και μήνες (τουλάχιστον). Η στιγμή κατά την οποία εκδηλώθηκε, ενέχει ισχυρό συμβολισμό - ενόσω διεξαγόταν στη Σαουδική Αραβία η συνεδρίαση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωναν ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ...