Θ. Τσίκας: Η «κατάρα» του Brexit, η πραγματικότητα στη Βρετανία και οι κανόνες της κάλπης
Shutterstock
Shutterstock

Θ. Τσίκας: Η «κατάρα» του Brexit, η πραγματικότητα στη Βρετανία και οι κανόνες της κάλπης

Το τίμημα του Brexit σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο παράλληλα με τις ιδιαιτερότητες ενός εκλογικού συστήματος, που διαμορφώνει καθοριστικά την αποτύπωση των πολιτικών συσχετισμών στο Ουεστμίνστερ -και στην προκειμένη λειτουργεί ως ανάχωμα στην Ακροδεξιά του Νάιτζελ Φάρατζ-, σκιαγραφεί ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη στη σκιά της παραίτησης του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου.

Μέσα από το φακό της «εξέγερσης των βουλευτών» ερμηνεύει ο κ. Τσίκας την παραίτηση Στάρμερ και τις διαδοχικές ανατροπές ηγεσιών στις τάξεις των Συντηρητικών που έχει γνωρίσει η Βρετανία την τελευταία δεκαετία μετά το μοιραίο δημοψήφισμα για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξηγεί πώς η αρχιτεκτονική του βρετανικού εκλογικού συστήματος, με τις μονοεδρικές περιφέρειες και τους ισχυρούς δεσμούς των βουλευτών με τις τοπικές κοινωνίες, τους καθιστά καθοριστικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων, φθάνοντας έως την ανατροπή πρωθυπουργών όταν εκτιμούν ότι απειλείται η επανεκλογή τους, δεδομένου ότι αντιλαμβάνονται άμεσα τις μεταβολές της κοινής γνώμης.

Ακτινογραφώντας συνολικά το βρετανικό εκλογικό μοντέλο, ο Θόδωρος Τσίκας επισημαίνει ότι το πλειοψηφικό αυτό σύστημα των μονοεδρικών περιφερειών λειτουργεί ως φίλτρο των πολιτικών συσχετισμών, ευνοώντας διαχρονικά τα μεγάλα κόμματα και δυσκολεύοντας τη μετατροπή της εκλογικής επιρροής των υπολοίπων σε αντίστοιχη κοινοβουλευτική ισχύ. Υπό αυτό το πρίσμα αναλύει τόσο τις αντοχές του δίπολου Εργατικών και Τόρις όσο και τον τρόπο με τον οποίο πρακτικά περιορίζονται οι προοπτικές ανάδειξης του ακροδεξιού Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ σε κυβερνητικό ρόλο.

Ο κ. Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, καταγράφει τις συνέπειες του Brexit σε μία Βρετανία που εξακολουθεί να προσπαθεί να διαχειριστεί ανεκπλήρωτες προσδοκίες και βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις. Στέκεται στη συντεταγμένη μετάβαση των Εργατικών στην επόμενη ημέρα υπό τον Άντι Μπέρναμ -στον οποίο διακρίνει τη δυνατότητα να φρενάρει ή και να επαναπατρίσει ψηφοφόρους της εργατικής τάξης που κατευθύνονται στον Φάρατζ-, στις μεταβολές του εκλογικού σώματος και στη θέση της μετανάστευσης στη δημόσια συζήτηση για να επισημάνει πως οι δημογραφικές μεταβολές στη Βρετανία πρέπει να αναλύονται υπό το πρίσμα της μακράς πολυπολιτισμικής παράδοσης της χώρας ως πρώην αυτοκρατορική δύναμη και όχι μόνο μέσα από το πρίσμα της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Τσίκα, το βρετανικό πολιτικό σύστημα είναι δομημένο πάνω στη λογική του δικομματισμού για να παράγει ισχυρές κυβερνήσεις. Όταν το παραδοσιακό δίπολο Συντηρητικών και Εργατικών είναι αποδυναμωμένο, πόσο συμβατό παραμένει με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα της χώρας; Αν αύριο διεξάγονταν εκλογές, θα βλέπαμε ένα αποτέλεσμα που θα αντανακλούσε πραγματικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στη βρετανική κοινωνία ή ένα αποτέλεσμα που θα παρήγαγε το ίδιο το εκλογικό σύστημα;

Κοιτάξτε, το βρετανικό εκλογικό σύστημα δεν είναι αφετηριακά σύστημα δικομματισμού. Ο δικομματισμός είναι ισχυρός -τουλάχιστον μέχρι σήμερα- αλλά αυτό προκύπτει από τον τρόπο εκλογής των βουλευτών. Το κεντρικό χαρακτηριστικό είναι ότι οι βουλευτές εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες. Από εκεί προκύπτουν όλα τα υπόλοιπα - ακόμη και οι εξελίξεις με την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ και των προκατόχων του πρωθυπουργών του Συντηρητικού Κόμματος.

Ποια είναι η λογική; Η λογική είναι ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουμε πολύ μικρές εκλογικές περιφέρειες, συχνά μικρότερες ακόμη και από έναν ελληνικό δήμο, αν το δει κανείς αναλογικά με τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας, για να γίνει κατανοητό. Αυτό σημαίνει ότι ο βουλευτής έχει άμεση προσωπική σχέση με τους ψηφοφόρους του. Τους γνωρίζει σχεδόν όλους. Γνωρίζει τα προβλήματα της περιοχής του, τις ανησυχίες τους και βρίσκεται σε άμεση επαφή μαζί τους. 

Αυτό έχει ορισμένες πολύ σημαντικές επιδράσεις. Η πρώτη είναι ότι ο βουλευτής γνωρίζει πολύ καλά την περιφέρειά του. Είναι σε άμεση επαφή με τους πολίτες και είναι άμεσος αποδέκτης τόσο των αιτημάτων όσο και της ψυχολογίας των ψηφοφόρων του. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου ειδικά στις μεγάλες περιφέρειες η σχέση είναι πολύ πιο απρόσωπη, στη Βρετανία ο βουλευτής βρίσκεται πολύ πιο κοντά στους πολίτες. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. 

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικά εσωκομματικοί αντίπαλοι στη διαδικασία των εκλογών. Στην Ελλάδα, λόγω της σταυροδοσίας και των πολυεδρικών περιφερειών, ο βασικός αντίπαλος ενός υποψηφίου είναι συχνά ο συνυποψήφιός του στο ίδιο κόμμα. Στη Βρετανία αυτό δεν συμβαίνει. Εάν κερδίσει το ένα κόμμα, θα εκλεγεί ο συγκεκριμένος δικός του υποψήφιος. Εάν κερδίσει το άλλο, θα εκλεγεί ο αντίπαλός του. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ συνυποψηφίων του ίδιου κόμματος. Αυτό καθιστά την πολιτική αντιπαράθεση περισσότερο πολιτική και προγραμματική και λιγότερο προσωπική. 

Ο υποψήφιος κρίνεται βεβαίως και ως πρόσωπο -αν είναι σοβαρός, αν γνωρίζει τα ζητήματα, αν βρίσκεται κοντά στην κοινωνία- αλλά ο πυρήνας της αναμέτρησης βρίσκεται στις προτάσεις και το πρόγραμμα για την εκάστοτε περιφέρεια. Η συζήτηση γίνεται περισσότερο πάνω στις πολιτικές επιλογές και προτάσεις των δύο πλευρών-κομμάτων και λιγότερο στις προσωπικές αντιπαραθέσεις που βλέπουμε σε άλλα συστήματα. 

Το τρίτο σημαντικό στοιχείο είναι ότι τον καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των υποψηφίων τον έχουν τα μέλη του κόμματος στην κάθε περιφέρεια. Εάν δεν έχεις τη στήριξη της τοπικής κομματικής βάσης, δεν μπορείς να εκλεγείς. Τα μέλη του κόμματος έχουν λόγο για το ποιος θα είναι υποψήφιος και άρα αναλαμβάνουν και την ευθύνη της επιλογής. Δεν υπάρχει η επιβολή από την κεντρική ηγεσία που συναντάμε συχνά στα αρχηγικά κόμματα άλλων χωρών. Αυτό σημαίνει ότι ο βουλευτής είναι υπόλογος τόσο απέναντι στη βάση του κόμματός του όσο και απέναντι στους ψηφοφόρους του. Πρέπει διαρκώς να λογοδοτεί για τη δράση του, για το έργο του κόμματός του και, όταν το κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση, για το έργο της ίδιας της κυβέρνησης. Υπάρχει σταθερά λογοδοσία.

Το σύστημα αυτό των μονοεδρικών περιφερειών εν τέλει οδηγεί σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση του δικομματισμού ή, ακριβέστερα, ενός συστήματος «δύο συν ένα», καθώς συνήθως δίπλα στα δύο μεγάλα κόμματα υπάρχει ένας τρίτος μικρότερος πόλος.

Ο λόγος είναι απλός. Σε μια μονοεδρική περιφέρεια αρκεί να βγεις πρώτος -έστω και μία ψήφο διαφορά- για να εκλεγείς. Αν ψηφίσουν 10.000 άνθρωποι και ένας υποψήφιος λάβει 5.000 ψήφους συν μία, εκλέγεται. Υποψήφιος με 4.999 ψήφους, δεν εκλέγεται. Έτσι πριμοδοτούνται τα μεγάλα κόμματα, καθώς τα μικρότερα δυσκολεύονται να κατακτήσουν έδρες, ακόμη και όταν συγκεντρώνουν σημαντικά ποσοστά σε εθνικό επίπεδο. Δι’ αυτού μεγαλώνει και μεγεθύνεται η ισχύς του δικομματισμού.

Υπάρχουν βέβαια περιφέρειες όπου μπορεί να έχουν ιδιαίτερη δύναμη οι Φιλελεύθεροι, οι Πράσινοι ή άλλα κόμματα. Όμως ο γενικός κανόνας παραμένει ο ίδιος. Γι’ αυτό και το βρετανικό σύστημα δεν αντανακλά αναλογικά την ψήφο - υπάρχουν μεγάλα ποσοστά ψήφων που δεν αντανακλώνται σε έδρες. Μπορεί να κερδίσεις πολλές έδρες με μικρές διαφορές σε πολλές περιφέρειες και να αποκτήσεις δυσανάλογα μεγάλη κοινοβουλευτική δύναμη. Αντίστροφα, μπορεί να συγκεντρώσεις σημαντικά ποσοστά ψήφων σε εθνικό επίπεδο χωρίς να αποκτήσεις αντίστοιχο αριθμό εδρών.

Εξ ου και η ακροδεξιά του Φάρατζ κερδίζει πολιτική επιρροή χωρίς να διαθέτει την ανάλογη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση

Ακριβώς. 

Και αν στήνονταν αύριο κάλπες και το Reform UK κατέγραφε σε εθνικό επίπεδο υψηλά ποσοστά αντίστοιχα με εκείνα που του δίνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις, το εκλογικό αυτό σύστημα θα περιόριζε τον κίνδυνο να φθάσει να βρεθεί η Ακροδεξιά μέχρι και σε κυβερνητικό ρόλο;

Το σύστημα αυτό θα τον περιόριζε. Διότι προϋποθέτει η δύναμή σου να είναι συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες. Πρέπει να είσαι πρώτος σε κάθε περιφέρεια για να κερδίσεις την έδρα. Αν, για παράδειγμα, είσαι τρίτος παντού ή ακόμη κι αν έχεις σημαντικά ποσοστά σε εθνικό επίπεδο -ακόμη και πρώτος να είσαι-, αν δεν έχεις συγκεντρωμένη δύναμη σε συγκεκριμένες περιφέρειες, δεν θα εκλέξεις αντίστοιχο αριθμό εδρών.

Δεν σημαίνει ότι το Reform UK δεν θα εκλέξει καθόλου βουλευτές. Όμως η εκλογική δύναμη του θα διαθλαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Πρέπει να έχεις συγκεντρωμένη δύναμη στη μικρή μονοεδρική περιφέρεια. Δεν αρκεί να είσαι ισχυρός πανεθνικά. Γι’ αυτό, παρότι υπάρχει μια ενίσχυση της Ακροδεξιάς -και μάλιστα δεν είναι μόνο το κόμμα του Φάρατζ, υπάρχει και το κόμμα του Τόμι Ρόμπινσον που είναι ακόμα πιο ακραίο- δεν είναι εύκολο αυτή η κατανομή εδρών να οδηγήσει αυτά τα κόμματα σε κυβερνητικούς ρόλους.

Φυσικά, εάν το Reform βρεθεί στη δεύτερη θέση σε εθνικό επίπεδο, η δυναμική και η επιρροή του προφανώς αυξάνονται και αυτό θα δημιουργήσει αναταραχή στο πολιτικό σύστημα.  Ένας κίνδυνος που αντιμετωπίζει το Συντηρητικό Κόμμα, που εκπροσωπεί την κλασική Δεξιά, είναι το να καταλήξει τρίτη δύναμη, χωρίς βεβαίως κάτι τέτοιο να μπορεί να προεξοφληθεί. Οι Συντηρητικοί έχουν υποχωρήσει αρκετά, ιδιαίτερα στις περιοχές της Αγγλίας από όπου παραδοσιακά αντλούσαν τη μεγαλύτερη δύναμή τους. Εκεί ακριβώς ο Φάρατζ έχει διαβρώσει τμήματα της εκλογικής βάσης τους.

Άρα, σε ορισμένες περιφέρειες όπου μέχρι σήμερα κυριαρχούσαν δύο κόμματα, το Reform θα μπορούσε πράγματι να εκλέξει βουλευτές, κυρίως αφαιρώντας ψήφους από τους Συντηρητικούς. Υπό προϋποθέσεις, λοιπόν, θα μπορούσε να συμβεί οι Συντηρητικοί να βρεθούν στην τρίτη θέση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα είναι εύκολο για το Reform να αποκτήσει κυβερνητικό ρόλο.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η άνοδος λαϊκιστικών ή αντισυστημικών δυνάμεων έχει καταλήξει να οδηγήσει σε συνεργασίες. Το βρετανικό μοντέλο επιτρέπει ανάλογες καταστάσεις;

Δεν τις επιτρέπει εύκολα. Ο μόνος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο, είναι ένα κόμμα να μην «κατεβάσει» υποψήφιο σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια και να υποστηρίξει υποψήφιο ενός συγγενικού πολιτικά κόμματος. Αυτό συνήθως συμβαίνει μεταξύ των κεντροαριστερών Εργατικών και των κεντρώων Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Θα μπορούσε επίσης να συμβεί ανάμεσα στους Εργατικούς και τους οικολόγους Πράσινους, εάν θεωρούνταν πιθανό να επικρατήσει ο Νάιτζελ Φάρατζ. Το αναφέρω αυτό διότι και οι Πράσινοι κατέγραψαν κέρδη στις τοπικές εκλογές του Μαΐου, συνεπώς θα είχαν κάποιες αξιώσεις να επικρατήσουν σε κάποιες περιφέρειες.

Όμως αυτό δεν συμβαίνει εκτεταμένα ούτε και πρόκειται ακριβώς για συνεργασία. Πρόκειται για απόσυρση ενός κόμματος από μια συγκεκριμένη περιφέρεια, με κατεύθυνση προς τους ψηφοφόρους του να στηρίξουν τον υποψήφιο που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να αποτρέψει την κατάκτηση έδρας από το κόμμα του Φάρατζ. Επομένως, ακόμη και σε κάποια περιορισμένη βάση, αυτός είναι ένας πρόσθετος παράγοντας που δυσκολεύει την Ακροδεξιά να αποκτήσει κυβερνητικό ρόλο.

Το «κλειδί» είναι ότι το βρετανικό σύστημα δεν είναι απλώς πλειοψηφικό. Είναι πλειοψηφικό ενός γύρου. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, υπάρχει δεύτερος γύρος. Εκεί τα κόμματα μπορούν να καταγράψουν πρώτα τη δύναμή τους και στη συνέχεια να γίνουν συμμαχίες για τον δεύτερο γύρο. Στη Βρετανία δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Υπάρχει μία μόνο αναμέτρηση. Κερδίζεις με μία ψήφο διαφορά και η διαδικασία τελειώνει εκεί.

Αυτό σημαίνει ότι όσοι θέλουν να συντονιστούν εναντίον ενός αντιπάλου πρέπει να το κάνουν χωρίς να γνωρίζουν με ακρίβεια την πραγματική εκλογική κατανομή δυνάμεων. Στη Γαλλία, μετά τον πρώτο γύρο, υπάρχει σαφής εικόνα των συσχετισμών. Στη Βρετανία βασίζονται κυρίως σε εκτιμήσεις και δημοσκοπήσεις. Γι’ αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να αναπτυχθούν τέτοιου είδους συνεννοήσεις. Υπάρχει δηλαδή ένα ρίσκο ως προς την απόσυρση υποψηφίου υπέρ ενός άλλου.

Γιατί αυτός ο αέναος κύκλος των αδύναμων κυβερνήσεων και αδύναμων ηγεσιών στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit;

Αυτό που έχουμε δει με τις διαδοχικές παραιτήσεις πρωθυπουργών των Συντηρητικών, και με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Στάρμερ φάνηκε ότι επεκτείνεται πλέον και στους Εργατικούς, είναι ουσιαστικά η «εξέγερση» των βουλευτών.

Ο βουλευτής, όπως προαναφέραμε, ακριβώς επειδή βρίσκεται τόσο κοντά στην εκλογική περιφέρεια του , αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα τη δυσαρέσκεια απέναντι στο κόμμα του και κυρίως απέναντι στην κυβέρνηση, όταν το κόμμα του βρίσκεται στην εξουσία. Και με αυτό τον τρόπο έχει και μια μεγάλη δύναμη.

Φυσικά τον υποστηρίζει το κόμμα αλλά είναι και προσωπική η δύναμή του. Υπ’ αυτή την έννοια έχει επομένως, δική του, προσωπική επιρροή στο εσωτερικό του κόμματος. Και τι κάνουν οι βουλευτές; Αναζητούν έναν ηγέτη που θα τους διασφαλίσει, ει δυνατόν, την επανεκλογή τους.

Όλοι οι πρωθυπουργοί των Συντηρητικών που άλλαξαν τα τελευταία χρόνια ανατράπηκαν ουσιαστικά από τους ίδιους τους βουλευτές τους, οι οποίοι εκτίμησαν ότι οι πιθανότητες επανεκλογής τους μειώνονταν όσο παρέμενε η συγκεκριμένη ηγεσία. Αυτό είναι το «κλειδί» για να κατανοήσουμε και τις σημερινές εξελίξεις.

Πάνω σε αυτό που αναφέρετε, ο Άντι Μπέρναμ μπορεί να αποτελέσει τη «λύση» για τους Εργατικούς;

Καταρχάς, ο Άντι Μπέρναμ θεωρείται σήμερα ο πιο δημοφιλής πολιτικός στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό από μόνο του είναι ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα.

Έχει υπάρξει βουλευτής και υπουργός στο παρελθόν, τόσο στις κυβερνήσεις του Τόνι Μπλερ όσο και του Γκόρντον Μπράουν. Δεν ήταν υπουργός πρώτης γραμμής, αλλά απέκτησε κυβερνητική εμπειρία χωρίς να συνδεθεί με μείζονα πολιτικά ζητήματα και προβλήματα. Στη συνέχεια ανέλαβε δήμαρχος του Μητροπολιτικού Δήμου του Μάντσεστερ. Εκεί έδειξε συγκεκριμένα διοικητικά και πολιτικά προσόντα.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι ότι μπορεί να προσεγγίσει στρώματα της εργατικής τάξης. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι το Μάντσεστερ παραμένει ένα παραδοσιακό βιομηχανικό κέντρο με ισχυρές αναφορές στην εργατική τάξη. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, επειδή σήμερα βλέπουμε τμήματα της λευκής εργατικής τάξης να μετακινούνται από το Εργατικό Κόμμα απευθείας στην Άκρα Δεξιά.

Ο Μπέρναμ φαίνεται να διαθέτει τη δυνατότητα να ανακόψει αυτή τη διαρροή ή και να επαναπατρίσει ψηφοφόρους που εγκατέλειψαν τους Εργατικούς. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο, καθώς η εργατική τάξη αποτελεί βασικό πυλώνα στήριξης του Εργατικού Κόμματος, το οποίο διατηρεί άλλωστε οργανικούς δεσμούς με τα συνδικάτα. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι στη Βρετανία τα συνδικάτα δεν λειτουργούν όπως στην Ελλάδα. Αποτελούν ιστορικά τμήμα του ίδιου του κομματικού μηχανισμού των Εργατικών.

Άρα διακρίνετε ότι διαθέτει τη δυναμική να φρενάρει αυτή τη μετακίνηση ψηφοφόρων προς τον Φάρατζ;

Ναι, διαθέτει τη δυνατότητα να τη φρενάρει και ενδεχομένως και να επανακτήσει μέρος αυτών των ψηφοφόρων. Αυτό φάνηκε και από την τελευταία επαναληπτική εκλογή μέσω της οποίας επέστρεψε στη Βουλή. Διότι το Μέικερφιλντ, πρόκειται για μια περιφέρεια στην οποία όλες οι μετρήσεις, καθώς και τα αποτελέσματα των πρόσφατων τοπικών εκλογών, έδειχναν επικράτηση Φάρατζ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Άντι Μπέρναμ κατάφερε να κερδίσει. Επομένως μιλάμε για έναν πολιτικό χωρίς σημαντική φθορά, με πολύ υψηλή δημοτικότητα και με συγκεκριμένο έργο στο Μάντσεστερ, τόσο στον τομέα των μεταφορών όσο και στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων. Αυτά είναι στοιχεία που του προσδίδουν πολιτικά πλεονεκτήματα.

Δέκα χρόνια μετά το Brexit, η Βρετανία μοιάζει να εξακολουθεί να αναζητά τον εαυτό της. Ποια είναι σήμερα η Βρετανία και τι έπεται; 

Το σχήμα, δηλαδή η αλληλουχία των εξελίξεων, είναι η εξής: Το Brexit προκάλεσε μια οικονομική κρίση στη Βρετανία. Η χώρα έχασε τα πλεονεκτήματα της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και επηρεάστηκαν ακόμη και τομείς όπως το City του Λονδίνου, που αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της βρετανικής οικονομίας και ήταν στενά συνδεδεμένο με την παγκοσμιοποίηση. Ταυτόχρονα δεν λειτούργησε ούτε η παραδοσιακή λεγόμενη «ειδική σχέση» του Ηνωμένου Βασιλείου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως λόγω Τραμπ. Πολλοί πίστευαν ότι αυτή η σχέση θα αντιστάθμιζε μέρος των απωλειών από την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Η οικονομική κρίση, όπως συμβαίνει πάντα, μετατράπηκε σταδιακά σε κοινωνική κρίση. Εμφανίστηκε δυσαρέσκεια, ανασφάλεια και απογοήτευση. Και η κοινωνική κρίση στο τέλος καταλήγει σε πολιτική κρίση. Υπό την έννοια ότι η κοινωνία αισθάνεται ότι την κορόιδεψαν. Της υποσχέθηκαν ότι θα «τρώει με χρυσά κουτάλια», γιατί υποτίθεται δεν θα κατευθύνει κονδύλια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πολλές άλλες ανακρίβειες. Στο τέλος κατέληξε με ανεκπλήρωτες προσδοκίες.

Το δημοψήφισμα του Brexit δημιούργησε μια πρωτοφανή πόλωση στη βρετανική κοινωνία. Δημιουργήθηκαν εντάσεις ακόμη και μέσα σε οικογένειες, φιλίες και κοινωνικούς κύκλους. Ίσως σε άλλες χώρες να μην το αντιλαμβανόμαστε πλήρως, αλλά στη Βρετανία η σύγκρουση εκείνης της περιόδου είχε πολύ βαθιές κοινωνικές συνέπειες. Αυτό έκανε το πολιτικό σκηνικό πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο περίπλοκο.

Ένας επιπλέον παράγοντας που περιπλέκει την εικόνα είναι ότι το ζήτημα της σχέσης της Βρετανίας με την Ευρώπη εξακολουθεί να διχάζει και τα δύο μεγάλα κόμματα. Τόσο οι Συντηρητικοί, όσο και οι Εργατικοί, έχουν εσωτερικές διαφωνίες επί του ζητήματος. Βεβαίως, οι Εργατικοί είναι συνολικά πιο φιλοευρωπαϊστές από τους Συντηρητικούς, τόσο σε επίπεδο στελεχών όσο και σε επίπεδο κομματικής βάσης. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν υπάρχουν και στο εσωτερικό τους διαφορετικές προσεγγίσεις και αντιθέσεις. Γι’ αυτό και οι ηγεσίες τους είναι αναγκασμένες να ισορροπούν διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, ώστε να μη χάσουν ούτε τη μία ούτε την άλλη πλευρά. Όμως αυτή η ανάγκη διαρκούς ισορροπίας δεν διευκολύνει την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων.

Το ερώτημα είναι τι θα γίνει από εδώ και πέρα. Η αλήθεια είναι ότι ο Στάρμερ έφερε τη Βρετανία πιο κοντά στην Ευρώπη, κυρίως στα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας, τομείς στους οποίους η χώρα διαθέτει σημαντικό λόγο και σημαντικές δυνατότητες. Παράλληλα, όμως, επανέρχονται στη συζήτηση και ζητήματα που σχετίζονται με την τελωνειακή ένωση, και -ευρύτερα- τις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επομένως, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να οδηγήσει σε κάποιες διεξόδους. Θα δοκιμαστούν όλοι.

Μέχρι τώρα οι ψηφοφόροι τιμώρησαν κυρίως τους Συντηρητικούς, διότι αυτοί άνοιξαν το ζήτημα του Brexit. Από τον Κάμερον και μετά, το βάρος των εξελίξεων έπεσε πρωτίστως πάνω τους. Γι’ αυτό είδαμε τόσες αλλαγές πρωθυπουργών και τόσες εσωτερικές αναταράξεις. Τώρα βλέπουμε να πληρώνουν πολιτικό κόστος και οι Εργατικοί. Δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις προσδοκίες, που και σε μεγάλο βαθμό είναι και αντικρουόμενες. Είναι πολύ δύσκολο να συνδέσεις όλες αυτές τις διαφορετικές κοινωνικές απαιτήσεις και τη συσσωρευμένη απογοήτευση σε μία συγκεκριμένη οδό. Γι’ αυτό και έφτασε στο σημείο να θεωρηθεί αναγκαία η αλλαγή ηγεσίας και στους Εργατικούς.

Το θετικό, από τη δική τους πλευρά, είναι ότι αυτή η μετάβαση γίνεται με ελεγχόμενο και συντεταγμένο τρόπο. Ο Στάρμερ δεν αφήνει τη διαδικασία να «τραβήξει». Η επιλογή του νέου ηγέτη θα γίνει πριν από τη θερινή διακοπή του βρετανικού Κοινοβουλίου, δηλαδή ουσιαστικά μέσα στον Ιούλιο. Το γεγονός ότι είναι πολύ πιθανό -αν και δεν μπορούμε ακόμη να το πούμε με βεβαιότητα- ο Μπέρναμ να μην έχει ουσιαστικό εσωκομματικό αντίπαλο, σημαίνει ότι θα οδηγηθούμε γρήγορα σε μια διαδικασία «ενθρόνισης» ουσιαστικά. Από τη στιγμή που θα εκλεγεί αρχηγός των Εργατικών, ο βασιλιάς Κάρολος θα του δώσει αυτομάτως εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Οι Εργατικοί διαθέτουν σήμερα μια συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Άρα η αλλαγή πρωθυπουργού θα γίνει εν κινήσει, ώστε όταν επαναλειτουργήσει το βρετανικό Κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο, θα υπάρχει ήδη νέος αρχηγός των Εργατικών και νέος πρωθυπουργός.

Αυτό το είδος της «ενθρόνισης» θα μπορούσε να έχει και ορισμένα μειονεκτήματα; Ακόμη και στις ημέρες του πολιτικού χάους για τους Τόρις, οι υποψήφιοι ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάσουν θέσεις και προτάσεις. 

Τώρα, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, φαίνεται ότι οι Εργατικοί προτιμούν να κλείσουν γρήγορα αυτή τη φθοροποιό διαδικασία. Και είναι λογικό ως έναν βαθμό. Τα προβλήματα είχαν ήδη αποτυπωθεί στις τοπικές εκλογές του Μαΐου. Οι Εργατικοί έχασαν χιλιάδες έδρες στα δημοτικά συμβούλια. Έχασαν την πλειοψηφία στο τοπικό κοινοβούλιο της Ουαλίας. Υπέστησαν μεγάλες απώλειες και στη Σκωτία.

Η φθορά είχε ήδη καταγραφεί τόσο πολιτικά όσο και εκλογικά. Επομένως, μάλλον είναι προς όφελός τους η η διαδικασία να ολοκληρωθεί γρήγορα, συντεταγμένα και χωρίς παρατεταμένες εσωτερικές συγκρούσεις.

Διεξάγεται μια μεγάλη συζήτηση για το πώς έχει αλλάξει η Βρετανία δημογραφικά και κοινωνικά τα τελευταία χρόνια, αλλά και για τον ρόλο της μετανάστευσης. Αν θα μπορούσαμε να έχουμε ένα σχόλιό σας επ’ αυτού, καθώς και για το αν διακρίνετε ότι οι Πράσινοι θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε όχημα πολιτικής έκφρασης τμημάτων του ισλαμικού στοιχείου;

Πρόκειται για σύνθετα ζητήματα. Ξεκινώντας από το δεύτερο ερώτημά σας, μπορεί να υπάρχουν τέτοιες τάσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Το ισλαμικό στοιχείο στη Βρετανία δεν είναι πολιτικά ομοιογενές. Πολλές φορές είναι αρκετά συντηρητικό σε ζητήματα αξιών, οικογένειας και κοινωνικής οργάνωσης. 

Άρα δεν ισχύει ότι οι πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο κινούνται αυτομάτως προς προοδευτικές πολιτικές κατευθύνσεις. Μπορεί να έχουν συγκεκριμένες θέσεις για ζητήματα δικαιωμάτων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι συνολικά το πολιτικό προφίλ τους εντάσσεται στον προοδευτικό χώρο. Πιστεύω ότι όσο ενσωματώνονται στη βρετανική κοινωνία, τόσο αποκτούν και εκείνοι τις προτιμήσεις και τις διαιρέσεις της βρετανικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Συντηρητικοί ανέδειξαν πρωθυπουργό τον Ρίσι Σούνακ, ινδικής καταγωγής.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι πολύ σημαντικό. Η Βρετανία, ως πρώην αυτοκρατορική δύναμη, διαθέτει εδώ και πολλές δεκαετίες μια πολυπολιτισμική σύνθεση στην κοινωνική δομή της. Υπάρχουν άνθρωποι που προέρχονται από πρώην αποικίες, αλλά και κοινότητες που βρίσκονται στη χώρα εδώ και πολλές γενιές. Το γεγονός ότι η Βρετανία έχει αναδείξει πρωθυπουργό με μεταναστευτικό υπόβαθρο είναι κάτι που σε αρκετές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θα ήταν ίσως έως και αδιανόητο.

Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα επίπεδο αποδοχής και ενσωμάτωσης που δεν πρέπει να υποτιμάται. Φυσικά, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και θύλακες με παραβατικότητα. Όπως υπάρχουν και θύλακες ρατσισμού, που πολλοί προσπαθούν και να τους εκμεταλλευτούν και να τους δημιουργήσουν. Για παράδειγμα, στα πρόσφατα γεγονότα στο Μπέλφαστ, μετά τη δολοφονία που προκάλεσε μεγάλη ένταση, απεδείχθη ότι ο Τιμ Ρόμπινσον και το κόμμα του υποκίνησαν τη βία.

Η συνολική εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η Βρετανία υπήρξε επί δεκαετίες μία ανοιχτή οικονομία και μια κοινωνία συνδεδεμένη με την παγκοσμιοποίηση. Δεν ήταν ένα «κλειστό» κράτος. Άνθρωποι με μεταναστευτικό υπόβαθρο βρίσκονται παντού: στις διοικητικές θέσεις επιχειρήσεων, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, στην πολιτική, στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Εξ ου και η συζήτηση για τη μετανάστευση δεν μπορεί να γίνεται με τους ίδιους όρους που γίνεται σε άλλες χώρες.

Βεβαίως, ειδικά ο Νάιτζελ Φάρατζ αξιοποίησε το μεταναστευτικό ζήτημα για να προωθήσει το Brexit. Η διαφορά, όμως, είναι ότι μετά το Brexit μάλλον δεν μειώθηκαν τα προσφυγικά κύματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα προβλήματα έγιναν ακόμη πιο σύνθετα λόγω του νέου νομικού και θεσμικού πλαισίου που δημιουργήθηκε μετά την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως έγινε εμφανές με τις διελεύσεις από τη Μάγχη. Άρα πρόκειται για ένα ζήτημα που υπάρχει, όπως υπάρχει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις κοινωνικές αντιλήψεις και τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας.

Αν έπρεπε να κρατήσουμε ένα άμεσο βασικό συμπέρασμα για την επόμενη ημέρα, ποιο θα ήταν;

Αυτό που μένει να φανεί είναι κατά πόσο ο Άντι Μπέρναμ θα μπορέσει να ανασυγκροτήσει το Εργατικό Κόμμα και να ασκήσει μια αποτελεσματική διακυβέρνηση, ώστε να ανακτήσει μέρος των απωλειών που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. 

Παράλληλα, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι το εκλογικό σύστημα, όσο και αν μπορεί να δεχθεί πιέσεις ή να εμφανίσει προσαρμογές, δεν ανατρέπεται εύκολα ως προς τη βασική λειτουργία του. Υπάρχουν κατά καιρούς πιέσεις για μετάβαση σε πιο αναλογικές μορφές εκπροσώπησης, κυρίως από τα μικρότερα κόμματα, όμως οι Βρετανοί είναι ιστορικά πολύ δεμένοι με τους θεσμούς και τις πολιτικές τους παραδόσεις. Γι’ αυτό και οι αλλαγές γίνονται εξαιρετικά δύσκολα.

Με βάση το σημερινό σύστημα, τα μικρότερα κόμματα δυσκολεύονται να μετατρέψουν την εκλογική επιρροή τους σε αντίστοιχη κοινοβουλευτική δύναμη. Βεβαίως, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς την άνοδο της Ακροδεξιάς. Σαφώς δεν υποστηρίζω κάτι τέτοιο. Όμως είναι άλλο η πολιτική και εκλογική ενίσχυση ενός κόμματος και άλλο η δυνατότητα να αποκτήσει κυβερνητικό ρόλο. Πρώτον, δεν γνωρίζουμε ακόμη αν έχει πραγματικά ανατραπεί ο δικομματικός χαρακτήρας του βρετανικού πολιτικού συστήματος. Και δεύτερον, εξαιτίας ακριβώς του εκλογικού συστήματος, δεν είναι εύκολο για ένα κόμμα, όπως το Reform, να μετατρέψει την επιρροή του σε κυβερνητική εξουσία.

Ας μην ξεχνάμε κάτι ακόμη. Ο Φάρατζ υπήρξε ο πιο προβεβλημένος και ίσως ο σημαντικότερος πολιτικός υποστηρικτής του Brexit. Ωστόσο, απέχει μακράν από το να μπορεί να υποστηριχθεί ότι δικαιώθηκε από τα αποτελέσματα που παρήγαγε το Brexit για τη Βρετανία. Ακόμη και ο ίδιος έχει κατά καιρούς αναγνωρίσει ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν εκείνη την περίοδο δεν επιβεβαιώθηκαν στην πράξη. Σε σχετικές συνεντεύξεις του, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με συγκεκριμένα στοιχεία, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ορισμένοι ισχυρισμοί της εκστρατείας υπέρ του Brexit δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Και αυτό έχει σημασία, διότι στη βρετανική πολιτική κουλτούρα τέτοιου είδους παραδοχές αντιμετωπίζονται αρκετά αυστηρά από τους ψηφοφόρους. Δεν είναι τόσο εύκολο να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι υποσχέσεις ή προβλέψεις δεν επιβεβαιώθηκαν.

Και βέβαια οι περισσότερες έρευνες κοινής γνώμης δείχνουν ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των Βρετανών πολιτών θεωρεί σήμερα πως η επιλογή του Brexit ήταν λανθασμένη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας που εξακολουθεί να υποστηρίζει εκείνη την επιλογή. Υπάρχει και δεν είναι αμελητέο. Όμως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η κυρίαρχη τάση στη βρετανική κοινωνία είναι η δικαίωση των επιχειρημάτων του Φάρατζ ή της σκληρής ευρωσκεπτικιστικής πτέρυγας των Συντηρητικών που πρωταγωνίστησε στην καμπάνια του Brexit.

Παρ’ όλα αυτά, δημοσκοπικά φαίνεται να κερδίζει ψήφους ο Φάρατζ και σε ποιους «ποντάρει» κυρίως διά της εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού; 

Βεβαίως. Παίρνει και θα συνεχίσει να παίρνει ψήφους μέσα από μια πολιτική που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ζητήματα ταυτότητας. Απευθύνεται κυρίως σε τμήματα της μεσαίας και εργατικής τάξης, προσπαθώντας να τους καλλιεργήσει φόβο ότι η μετανάστευση απειλεί την εργασία τους, την ασφάλειά τους ή τη σταθερότητα της ζωής τους.

Αυτό είναι ένα φαινόμενο που δεν αφορά μόνο τη Βρετανία. Το συναντάμε σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Συχνά συνδέεται με ανθρώπους που αισθάνονται ότι έχουν μείνει στο περιθώριο των αλλαγών, ότι ο εκσυγχρονισμός και οι μετασχηματισμοί της οικονομίας δεν τους αφορούν ή δεν τους ωφελούν. Αυτό υπάρχει ως πολιτικό φαινόμενο. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετικό πράγμα να αξιοποιεί κανείς αυτές τις ανησυχίες πολιτικά και διαφορετικό να θεωρεί ή να διατείνεται κανείς ότι η εξέλιξη των πραγμάτων δικαίωσε τις βασικές υποσχέσεις που συνόδευσαν το Brexit.