Η διεύρυνση του μετώπου στα Ηνωμένα Έθνη απέναντι στις μονομερείς λιβυκές διεκδικήσεις ενισχύει τις θέσεις της Αθήνας και δημιουργεί μία νέα δυναμική για την προώθηση της παραπομπής των θαλάσσιων διαφορών ενώπιον της Χάγης: Ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος «αποκωδικοποιεί», μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, τι σηματοδοτούν οι παρεμβάσεις Ιταλίας-Τυνησίας και εξηγεί πώς το νέο αυτό περιβάλλον μπορεί να αξιοποιηθεί από την ελληνική εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, καταγράφει τους κινδύνους που εγκυμονεί η δρομολογούμενη θεσμική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», καθώς και τις προσδοκίες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ.
Ο κ. Συρίγος, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α’ Αθηνών, «δείχνει» στην κατεύθυνση ανάληψης πρωτοβουλίας από την Αθήνα για μία συντονισμένη προσέγγιση όλων των κρατών που έχουν αντίστοιχες εκκρεμότητες με τη Λιβύη, με στόχο την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αναγνωρίζει σαφώς ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σύνθετο διπλωματικό εγχείρημα, ωστόσο θεωρεί ότι αξίζει να επιχειρηθεί καθώς υπηρετεί την πάγια ελληνική θέση ότι τα ζητήματα οριοθέτησης επιλύονται μέσω της διεθνούς Δικαιοσύνης.
Ως προς το νομοθέτημα για τη «Γαλάζια Πατρίδα», ο Άγγελος Συρίγος επισημαίνει ότι η ψήφισή του θα λειτουργήσει άκρως επιβαρυντικά στον ελληνοτουρκικό διάλογο και θα αποτελέσει το πρώτο στάδιο μίας πορείας κλιμάκωσης με πρακτικές προεκτάσεις στο πεδίο. Με φόντο την επικείμενη, κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ μιλά για τους κινητήρες F-110 για το εγχώριο μαχητικό KAAN που θα λάβει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τον Ντόναλντ Τραμπ ως «υποκατάστατο» για τα F-35, καθώς και για το ρόλο που επιδιώκει η Άγκυρα στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης και τα αντίστοιχα προγράμματα επανεξοπλισμού - και τα όρια που θέτουν η Ελλάδα και η Κύπρος.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Συρίγο, πώς η διεύρυνση του μετώπου στον ΟΗΕ απέναντι στις μονομερείς διεκδικήσεις της Λιβύης ενισχύει τη διπλωματική φαρέτρα της Αθήνας ως προς την απόκρουση του τουρκολιβυκού μνημονίου και την επιδίωξη να οδηγηθεί η διαφορά με τη Λιβύη στη Χάγη; Πώς μπορεί να αξιοποιήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική αυτό το νέο περιβάλλον;
Η Λιβύη κατέθεσε στις 27 Μαΐου 2025 στον ΟΗΕ έναν χάρτη, του οποίου το πλέον ακραίο σημείο αφορά τις διεκδικήσεις της εις βάρος της Ελλάδας - αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Υπάρχουν και άλλες ακρότητες εις βάρος όλων των κρατών με τα οποία η Λιβύη συνορεύει, δηλαδή την Τυνησία, τη Μάλτα, την Ιταλία και την Αίγυπτο.
Αυτή τη στιγμή και τα πέντε αυτά κράτη έχουν αποστείλει ρηματικές διακοινώσεις ή επιστολές στον ΟΗΕ, διαμαρτυρόμενα για τις μονομερείς λιβυκές διεκδικήσεις. Επομένως, αυτό καταδεικνύει ότι οι απόψεις και οι θέσεις της Λιβύης είναι, σε γενικές γραμμές, αντίθετες προς τη διεθνή πρακτική, γεγονός που η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί πράγματι να αξιοποιήσει.
Τα ύδατα της Λιβύης καλύπτουν περίπου το 16% της συνολικής επιφάνειας της Μεσογείου. Εάν, λοιπόν, τα πέντε γειτονικά κράτη ζητούσαν από κοινού να υπάρξει διευθέτηση των διαφορών ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, θα επρόκειτο για μία εξέλιξη χωρίς προηγούμενο, με πολύ μεγάλη σημασία, καθώς θα έλυνε ένα βασικό πρόβλημα που υφίσταται σήμερα στην Κεντρική Μεσόγειο.
Θα μπορούσε, λοιπόν, η Ελλάδα να οργανώσει μία αντίστοιχη πρωτοβουλία και να ζητήσει τη συνεργασία των υπόλοιπων κρατών, ώστε να αποσταλεί μία κοινή επιστολή προς τη Λιβύη, με την οποία όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη θα ζητούν την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.
Διευκρινίζω ότι δεν πρόκειται για κάτι απλό ούτε εύκολο, για διαφόρους λόγους. Για παράδειγμα, η Τυνησία διαθέτει απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου από το 1982 και, στη συνέχεια, υπέγραψε το 1988 συμφωνία με τη Λιβύη, που φαίνεται ότι δεν την τηρεί. Η Μάλτα από πλευράς της έχει οριοθετήσει σε σημαντικό βαθμό τις θαλάσσιες ζώνες της με τη Λιβύη, αλλά όχι στο σύνολό τους.
Αντίστοιχα, με την Ιταλία υφίσταται πρόβλημα, όπως πρωτίστως με την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Η Αίγυπτος ίσως ενδεχομένως να δημιουργήσει ορισμένες δυσκολίες στην ανάληψη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Ωστόσο, είναι μία προσπάθεια που αξίζει να επιχειρηθεί, διότι «περνάει» τη βασική θέση της Ελλάδας ότι τα ζητήματα οριοθέτησης επιλύονται μέσω της διεθνούς Δικαιοσύνης.
Πώς διακρίνετε να εξελίσσεται μέχρι στιγμής ο διάλογος μέσω των τεχνικών επιτροπών; Πόσο ρεαλιστικό θεωρείτε το ενδεχόμενο μίας διμερούς συμφωνίας με τη Λιβύη;
Για το έργο των τεχνικών επιτροπών δεν μπορώ να γνωρίζω τι ακριβώς συζητείται. Ο διάλογος είναι απόρρητος και είναι απολύτως φυσιολογικό να μη γνωρίζουμε τις λεπτομέρειές του. Προσωπικά, θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο η Λιβύη να καταγγείλει το μνημόνιο που έχει υπογράψει με την Τουρκία. Και αυτό διότι εξακολουθεί να εξαρτάται στρατιωτικά, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από την Άγκυρα, ακόμη και σήμερα.
Μας δίνει, επομένως, το διευρυμένο μέτωπο στον ΟΗΕ μία ιδιαίτερη διπλωματική ώθηση προς τη βασική μας επιδίωξη, που είναι η υπογραφή συνυποσχετικού για προσφυγή στη Χάγη. Πώς ισορροπεί, εν τω μεταξύ, η Αθήνα ανάμεσα στην Τρίπολη και τη Βεγγάζη του στρατάρχη Χαφτάρ;
Η Ελλάδα διατηρεί επαφές και με τις δύο πλευρές για διαφορετικούς λόγους. Στη Δυτική Λιβύη βρίσκεται η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί πολλές επαφές. Στην Ανατολική Λιβύη υπάρχει κυβέρνηση που δεν αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ· εκεί, όμως, εδρεύει το λιβυκό Κοινοβούλιο.
Στην πραγματικότητα, οι προθεσμίες για τη διεξαγωγή εκλογών έχουν παρέλθει εδώ και πολλά χρόνια. Ως εκ τούτου, καμία από τις δύο πλευρές δεν διαθέτει ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση μέσα από εκλογική διαδικασία.
Είναι κατ’ επέκταση προς το συμφέρον της ελληνικής διπλωματίας να υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας και με τις δύο πλευρές για τη διαμόρφωση των όρων μίας συνεννόησης που θα μπορεί να γίνει αποδεκτή από κάθε μελλοντική ενιαία λιβυκή αρχή
Ακριβώς
Καθημαγμένη από τον εμφύλιο η Λιβύη, πλην όμως ενεργειακά πλούσια και πεδίο έντονου περιφερειακού ανταγωνισμού. Πρόσφατα, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία συναντήθηκαν στο Κάιρο για να συζητήσουν το λιβυκό ζήτημα. Τι υποδεικνύει αυτή η εξέλιξη και πώς πρέπει να προσμετρηθεί από την Αθήνα;
Είναι σαφές ότι τα πράγματα στην περιοχή δεν παραμένουν στατικά. Η Τουρκία, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Μόρσι, με το οποίο ήταν στενά συνδεδεμένος ο πρόεδρος Ερντογάν, διένυσε μία περίοδο ψυχρών σχέσεων με την Αίγυπτο. Σήμερα προσπαθεί να τις αποκαταστήσει.
Σε αυτή την προσπάθεια συμβάλλει, κατ' ουσίαν, και η στάση του Ισραήλ, η οποία έχει απομακρύνει χώρες με τις οποίες μέχρι πρότινος διατηρούσε σχετικά καλές σχέσεις, όπως η Ιορδανία και η Αίγυπτος. Αυτό δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια στην Τουρκία να περνάει ένα διαφορετικό μήνυμα.
Από εκεί και πέρα, προσωπικά θεωρώ ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Τουρκίας και της Αιγύπτου βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα και το Κάιρο βρίσκονται σε αυτή τη φάση τώρα. Άρα, για την Ελλάδα απαιτείται συνεργασία με την Αίγυπτο και να δούμε πώς προχωρούμε στην επόμενη μέρα.
Πόσο εφικτό θα ήταν, στην πράξη, να διαμορφωθεί ένα κοινό διπλωματικό μέτωπο όλων των κρατών που στρέφονται κατά της επίμαχης λιβυκής ρηματικής διακοίνωσης του 2025 και τον μονομερή καθορισμό των εξωτερικών ορίων της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ;
Δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν διπλωματικές συνεννοήσεις μεταξύ όλων αυτών των κρατών, που πολλές φορές έχουν και διαφορετικές αντιλήψεις και διαφορετική στάση για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η ίδια η Λιβύη έχει υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά δεν την έχει κυρώσει. Επομένως, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του εθιμικού Διεθνούς Δικαίου. Έχουμε, όμως, ένα πλεονέκτημα: η Λιβύη έχει προσφύγει δύο φορές στο παρελθόν, το 1982 και το 1985, στο Διεθνές Δικαστήριο. Διαθέτει, συνεπώς, μία εμπειρία από τη διαδικασία διεθνούς δικαστικής επίλυσης διαφορών.
Το θέμα είναι να εργαστεί κανείς κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δώσει τη δυνατότητα σε όλα τα κράτη να προτείνουν μία λύση που να ακολουθεί τη λογική της διεθνούς Δικαιοσύνης. Και αυτή είναι η προσέγγιση που η Ελλάδα θέλει να προβάλλει σταθερά.
Οι παρεμβάσεις της Ιταλίας και της Τυνησίας ήλθαν σε συγκυρία κατά την οποία η Άγκυρα δρομολογεί τη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας». Το νομοθέτημα επισήμως δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί, όμως με βάση όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής κυρίως μέσω διαρροών, ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν και για τι θα πρέπει να προετοιμάζεται η Αθήνα;
Το νομοθέτημα που σχεδιάζει να προωθήσει η Τουρκία τον Οκτώβριο δημιουργεί δυνητικά τα εξής προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι θα εμποδίσει σοβαρά τον ελληνοτουρκικό διάλογο. Διότι όταν η ελληνική πλευρά θα συζητά με την τουρκική και θα επισημαίνει ότι μία κίνησή τους είναι αντίθεση προς το Διεθνές Δίκαιο, οι Τούρκοι διπλωμάτες θα απαντούν ότι μπορεί να είναι, αλλά για εκείνους το μείζον είναι πως είναι σύμφωνη με εσωτερική νομοθεσία. Άρα, ουσιαστικά, κλείνει η πόρτα στις διμερείς συζητήσεις.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι πρακτικά έχουμε μία κλιμάκωση σε στάδια. Πρώτα θα ψηφιστεί ο νόμος. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν τα προεδρικά διατάγματα, μέσω των οποίων θα καθοριστούν συγκεκριμένες περιοχές που θα υπαχθούν σε ειδικό καθεστώς που θα προβλέπει ο νόμος. Και η τρίτη φάση -που είναι και η πιο επικίνδυνη- είναι να θελήσουν οι Τούρκοι να εφαρμόσουν όλα αυτά στην πράξη.
Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην πρώτη φάση. Δεν σημαίνει κατ' ανάγκην κλιμάκωση. Προϊδεάζει, όμως, για το κλίμα που έρχεται. Διότι στο πεδίο πάντα είναι το ζήτημα.
Να κλείσουμε κ. Συρίγο με την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Ποιες είναι οι προσδοκίες του Ερντογάν, τόσο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τις ΗΠΑ όσο και ως προς τη συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή Άμυνα; Τι περιμένει από τον Ντόναλντ Τραμπ και τι επιδιώκει να αποσπάσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Η Άγκυρα πιστεύει ότι η επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου αποτελεί ευκαιρία να οδηγήσει στην αποδέσμευση των F-35. Η εκτίμησή μου είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει να εγκρίνει την εξαγωγή των κινητήρων F110 για τις δοκιμές του εγχώριου μαχητικού KAAN προκειμένου να αποφύγει ακριβώς να «μπει» στη συζήτηση για τα F-35. Διότι για να δοθούν τα F-35 πρέπει να υπάρξει έγκριση από το Κογκρέσο. Συνεπώς, οι κινητήρες F110 είναι το υποκατάστατο των F-35.
Από εκεί και πέρα, η Τουρκία θέλει σαφώς να ενταχθεί στο πρόγραμμα χρηματοδοτήσεων των 650 δισ. ευρώ που προβλέπεται από το πρόγραμμα ReARM Europe για την επόμενη πενταετία. Και θέλει να πιστεύει ότι οι χώρες που τη βοηθούν, δηλαδή η Ιταλία, η Ισπανία και η Γερμανία, θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τους σκοπέλους της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτό δεν συνέβη στην πρώτη φάση, με το πρόγραμμα SAFE. Η Τουρκία θέλει να πιστεύει ότι είναι χρήσιμη χώρα αμυντικά για την Ευρώπη και ότι θα ασκηθούν πιέσεις προς την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε να ξεπεραστούν οι αντιδράσεις τους.
Υπάρχει τρόπος να προχωρήσει κάτι τέτοιο μέσω κάποιας άλλης διαδικασίας ή διά της πλαγίας;
Αυτή τη στιγμή, όπως έχουν τα πράγματα, όχι. Δεδομένου ότι πρόκειται για την ΕΕ και θα μπορούσε ενδεχομένως να προβληθεί κάποια άλλη διάταξη ή κάποια άλλη διαδικασία, η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες και το υπουργείο Εξωτερικών παρακολουθούν πολύ στενά το ζήτημα.
Πλείστες, πάντως, οι αναφορές από ευρωπαϊκής πλευράς στην Τουρκία ως «στρατηγικό εταίρο». Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται το γενικό τοπίο;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μία φάση αναζητήσεων. Είναι, λοιπόν, φυσιολογικό σε αυτή τη φάση να ακούγονται πολλά και διάφορα. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν θέλει να αποκτήσει μία ισχυρή άμυνα, στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις, ή εάν θέλει να διευρύνει το πλέγμα, εντάσσοντας χώρες όπως η Βρετανία, η Ουκρανία και η Τουρκία Αυτή τη στιγμή, η τάση που υπάρχει είναι οι χώρες αυτές να μη συμμετέχουν στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας.
