Το Harvard δεν είναι ένα τυχαίο πανεπιστήμιο. Είναι το πιο διάσημο εκπαιδευτικό ίδρυμα του πλανήτη. Γι’ αυτό και η είδηση ότι το 2025 το 60,2% των βαθμών που δόθηκαν στους φοιτητές του ήταν Α (δηλαδή άριστα) δεν αφορά μόνο την Αμερική. Αφορά κάθε κοινωνία που μπερδεύει την επιείκεια με την αριστεία και την ψυχολογική άνεση με την παιδεία. Το ίδιο το Harvard αποφάσισε πλέον να βάλει πλαφόν 20% στα Α από το ακαδημαϊκό έτος 2027 με 2028, αναγνωρίζοντας ότι ο βαθμός έχασε την αξία του.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα του βαθμολογικού πληθωρισμού. Δεν ανεβαίνουν απλώς οι βαθμοί. Υποτιμάται το νόμισμα της αξιολόγησης. Όπως όταν ένα κράτος τυπώνει χρήμα και κάθε μονάδα αξίζει λιγότερο, έτσι και όταν ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο μοιράζει χωρίς φειδώ τον βαθμό άριστα, κάθε άριστα σημαίνει λιγότερα. Ο καλός μαθητής δεν ξεχωρίζει. Ο αδύναμος δεν ειδοποιείται εγκαίρως. Ο δάσκαλος παύει να είναι κριτής γνώσης και μετατρέπεται σε διαχειριστή συναισθημάτων.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλά αυτή την παθολογία. Στα χαρτιά έχουμε χιλιάδες αριστούχους. Στην πράξη έχουμε ένα Λύκειο που συχνά λειτουργεί ως προθάλαμος φροντιστηρίου, ως γραφειοκρατικός σταθμός πριν από τις Πανελλαδικές και ως μηχανισμός παραγωγής απολυτηρίων χωρίς ισχυρή αξιοπιστία. Δεν φταίνε μόνο οι καθηγητές που συνήθως είναι το πιο εύκολο και προφανές θύμα. Πιέζονται από γονείς, από διευθύνσεις, από μια κοινωνία που θεωρεί τον χαμηλό βαθμό προσβολή και όχι ανατροφοδότηση. Φταίει όμως και ένα σύστημα που έχει μάθει να αποφεύγει τη σύγκρουση με την πραγματικότητα.
Εδώ συνδέονται όλα. Η υποβάθμιση του σχολείου παράγει περιβάλλον χαμηλής εμπιστοσύνης. Όταν κανείς δεν πιστεύει ότι ο σχολικός βαθμός μετρά πραγματικά, όλοι αναζητούν εξωτερικά φίλτρα. Γι’ αυτό οι Πανελλαδικές, παρά τα προβλήματά τους, διατηρούν το κύρος τους. Είναι σκληρές, απρόσωπες και συγκριτικές. Δεν νοιάζονται αν ο μαθητής είναι συμπαθής, αν ο γονιός διαμαρτυρήθηκε ή αν το σχολείο θέλει να εμφανιστεί επιτυχημένο. Μετρούν επιδόσεις. Και επειδή μετρούν, τις εμπιστευόμαστε περισσότερο από το ίδιο το σχολείο.
Αυτό όμως δεν αποτελεί νίκη του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά ήττα του σχολείου. Μια σοβαρή χώρα δεν μπορεί να στηρίζει ολόκληρη την εκπαιδευτική αξιοπιστία της σε λίγες ημέρες εξετάσεων στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Χρειάζεται καθημερινή αξιολόγηση που να σημαίνει κάτι, να έχει αξία και να βοηθά τους μαθητές να πετύχουν καλύτερα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Χρειάζεται σχολεία που επιβραβεύουν την προσπάθεια, αλλά δεν χαρίζουν την αριστεία. Χρειάζεται δασκάλους με κύρος και θεσμούς που τους στηρίζουν όταν λένε την αλήθεια.
Το διεθνές παράδειγμα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ελληνική ιδιοτροπία. Το Yale έχει επίσης συνδέσει τον βαθμολογικό πληθωρισμό με την απώλεια εμπιστοσύνης στην ανώτατη εκπαίδευση, ενώ το Princeton δοκίμασε πλαφόν στους υψηλούς βαθμούς, το εγκατέλειψε και είδε το πρόβλημα να επιστρέφει. Η πίεση για εύκολη επιβράβευση είναι παγκόσμια. Η πολιτική οικονομία της επιείκειας είναι παντού ίδια: κανείς δεν θέλει να πληρώσει το κόστος της αυστηρότητας σήμερα, όλοι όμως πληρώνουμε το κόστος της αναξιοπιστίας αύριο.
Η αριστεία λοιπόν δεν έρχεται με κραυγές απελπισίας. Χρειάζεται μέτρο, διαφάνεια και θάρρος. Αν όλοι είναι άριστοι, τότε κανείς δεν είναι άριστος. Και αν το σχολείο φοβάται να αναδείξει τους τομείς που ένας μαθητής χρήζει βελτίωσης, τότε δεν εκπαιδεύει πολίτες. Εκδίδει πλαστά πιστοποιητικά.
