Ο Έρικ Γουάινσταϊν δεν είναι εύκολος συνομιλητής. Μαθηματικός, δημόσιος διανοούμενος, άνθρωπος της Σίλικον Βάλεϊ και μόνιμος ταραξίας των βολικών βεβαιοτήτων, έχει το ελάττωμα που κάθε σοβαρό πνευματικό κατεστημένο μισεί: επιμένει να ρωτά γιατί. Στην πρόσφατη συζήτησή του με τον Τζο Ρόγκαν επανέφερε έναν όρο που αξίζει να μας απασχολήσει πολύ πέρα από τη θεωρητική φυσική: TOGIT, δηλαδή The Only Game In Town, το «μοναδικό παιχνίδι στην πόλη». Με αυτό περιγράφει την κουλτούρα όπου ένα ερευνητικό πρόγραμμα, όπως η θεωρία χορδών, παύει να είναι απλώς μία ενδιαφέρουσα υπόθεση και μετατρέπεται σε θεσμικό μονοπώλιο κύρους, χρηματοδότησης και νομιμοποίησης.
Το πρόβλημα δεν είναι η θεωρία χορδών. Το πρόβλημα είναι η εξουσία χωρίς ανταγωνισμό. Όταν μία ιδέα αποκτά το προνόμιο να αποφασίζει ποιες άλλες ιδέες αξίζουν να ακουστούν, η επιστήμη αρχίζει να θυμίζει γραφειοκρατία. Και όταν η γραφειοκρατία εισβάλλει στη γνώση, το αποτέλεσμα δεν είναι συναίνεση. Είναι πνευματική στασιμότητα με ακαδημαϊκό λεξιλόγιο.
Εδώ βρίσκεται η φιλελεύθερη ουσία του ζητήματος. Η ελεύθερη κοινωνία δεν στηρίζεται μόνο στην αγορά αγαθών. Στηρίζεται και στην αγορά ιδεών. Ο Μίλ δεν υπερασπίστηκε την ελευθερία του λόγου επειδή όλες οι γνώμες έχουν την ίδια αξία. Την υπερασπίστηκε επειδή καμία εξουσία δεν πρέπει να αποφασίζει εκ των προτέρων ποια γνώμη επιτρέπεται να δοκιμαστεί. Η αλήθεια χρειάζεται αντιπάλους. Χωρίς αντιπάλους γίνεται δόγμα. Και το δόγμα, ακόμη και όταν φορά εργαστηριακή ποδιά, παραμένει δόγμα.
Η υπόθεση Γουάινσταϊν έχει αξία ακριβώς επειδή δεν απαιτεί να τον πιστέψουμε. Δεν χρειάζεται να δεχθούμε τη δική του θεωρία των πάντων, τη Geometric Unity, ούτε να προσποιηθούμε ότι η επιστημονική κοινότητα οφείλει να χειροκροτεί κάθε αιρετική ιδέα. Η επιστήμη έχει φίλτρα και πρέπει να έχει φίλτρα. Άλλο όμως φίλτρο και άλλο κλειστή συντεχνία. Άλλο αξιολόγηση και άλλο τελετουργική αποβολή των ενοχλητικών.
Αυτό το μάθημα αφορά και την Ελλάδα. Ζούμε σε μια χώρα όπου το TOGIT δεν περιορίζεται στα πανεπιστήμια. Το βλέπουμε στην οικονομία, όπου το κράτος παρουσιάζεται ακόμη ως ο φυσικός οργανωτής της ευημερίας. Το βλέπουμε στην παιδεία, όπου κάθε πραγματική μεταρρύθμιση σκοντάφτει στην ιερή αγελάδα της ακινησίας. Το βλέπουμε στη δημόσια διοίκηση, όπου η αποτυχία δεν καταργεί ποτέ το μοντέλο που την παρήγαγε. Όπως συχνά δείχνει η στήλη, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία έξυπνων ανθρώπων, αλλά η επιμονή μας να τους περνάμε μέσα από μηχανισμούς που τιμωρούν την πρωτοβουλία και επιβραβεύουν τη συμμόρφωση.
Η Δύση έγινε σπουδαία επειδή δεν είχε ένα μόνο παιχνίδι στην πόλη. Είχε πανεπιστήμια που ανταγωνίζονταν, πόλεις που πειραματίζονταν, εμπόρους που ρίσκαραν, αιρετικούς που ενοχλούσαν και θεσμούς που, έστω αργά, έμαθαν να ανέχονται τη διαφωνία. Όποτε ξέχασε αυτή τη συνταγή, παρήγαγε παρακμή με καλές προθέσεις.
Ο Γουάινσταϊν μπορεί να έχει δίκιο σε πολλά ή να κάνει λάθος σε ακόμη περισσότερα. Αυτό είναι σχεδόν δευτερεύον. Το κρίσιμο είναι ότι μας θυμίζει κάτι που οι φιλελεύθεροι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν: καμία πρόοδος δεν γεννήθηκε από μονοπώλιο. Ούτε στην αγορά, ούτε στην πολιτική, ούτε στην επιστήμη. Όταν κάποιος μας λέει ότι υπάρχει μόνο ένα παιχνίδι στην πόλη, η σωστή απάντηση είναι απλή: τότε ήρθε η ώρα να ανοίξουμε δεύτερο.
