Μήπως είναι ώρα για επισκόπηση δαπανών;

Η Ελλάδα πέρασε πολλά χρόνια συζητώντας τα δημόσια οικονομικά με όρους πανικού. Περικοπές ή παροχές. Λιτότητα ή χαλάρωση. Μνημόνιο ή αντιμνημόνιο. Αυτή η γλώσσα ανήκει πια στο παρελθόν. Το πραγματικό ερώτημα σήμερα δεν είναι αν το κράτος ξοδεύει πολλά ή λίγα. Είναι αν ξοδεύει με αποτέλεσμα.

Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (Απρίλιος 2026) προσφέρει μια σημαντική διαπίστωση. Όπως σημειώνει, «την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο στον εκσυγχρονισμό του συστήματος δημόσιας χρηματοοικονομικής διαχείρισης». Προσθέτει ότι η χώρα έχει κινηθεί πέρα από τη στενή λογική της δημοσιονομικής προσαρμογής και έχει ενισχύσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον στρατηγικό προσανατολισμό του προϋπολογισμού.

Αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα. Μια χώρα που κάποτε συμβόλιζε την ευρωπαϊκή δημοσιονομική ανευθυνότητα αρχίζει να αποκτά εργαλεία κανονικού κράτους. Προϋπολογισμό επιδόσεων. Θεσμοθετημένες επισκοπήσεις δαπανών. Καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στους πόρους και στα αποτελέσματα. Με απλά λόγια, μηχανισμούς που θέτουν το πιο αυτονόητο ερώτημα. Τι πληρώνει ο φορολογούμενος και τι παίρνει πίσω;

Η επισκόπηση δαπανών δεν είναι τυφλό ψαλίδι ούτε αποτελεί επιστροφή στη λιτότητα. Είναι άσκηση λογικής. Εξετάζει αν μια δημόσια δαπάνη υπηρετεί ακόμη τον σκοπό της, αν παράγει αποτέλεσμα, αν μπορεί να γίνει φθηνότερα, αν πρέπει να μεταφερθούν πόροι από το άχρηστο στο χρήσιμο. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι οι επισκοπήσεις δαπανών στην Ελλάδα δεν υπηρετούν πλέον μόνο τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και τη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας των δημόσιων δαπανών. Χρησιμοποιούνται για να εντοπίζουν προγράμματα που υποαποδίδουν, να περιορίζουν σπατάλες και να δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο για νέες προτεραιότητες χωρίς αύξηση του συνολικού ορίου δαπανών.

Αυτή είναι φιλελεύθερη δημοσιονομική πολιτική στην πράξη. Ο φόρος δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι χρήματα που αφαιρούνται από τον πολίτη, από την κατανάλωση, από την εργασία, από την αποταμίευση, από την επένδυση. Άρα κάθε ευρώ πρέπει να δικαιολογείται. Το κράτος δεν έχει ηθικό δικαίωμα στο να ζητά περισσότερα πριν αποδείξει ότι δεν σπαταλά όσα ήδη παίρνει.

Τα ευρήματα δείχνουν τη χρησιμότητα του εργαλείου. Η πρώτη μεγάλη επισκόπηση του 2012 παρήγαγε προτάσεις εξοικονόμησης 6,7 δισ. ευρώ σε ακαθάριστη βάση και 5,2 δισ. ευρώ σε καθαρή βάση για την περίοδο 2013 με 2016. Το 2014 εντοπίστηκαν 50 εκατ. ευρώ. Η επισκόπηση του 2016 με 2017 βρήκε περίπου 250 εκατ. ευρώ, που ενσωματώθηκαν στον προϋπολογισμό του 2018. Το 2018 με 2019 προέκυψαν ακόμη 184 εκατ. ευρώ.

Αυτοί οι αριθμοί σημαίνουν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Περισσότερη αξιοπιστία, λιγότερη πίεση για νέους φόρους, καλύτερη στόχευση πόρων, περισσότερη εμπιστοσύνη ανάμεσα στο κράτος και στον πολίτη. Η καλή δημοσιονομική διαχείριση των τελευταίων ετών αξίζει έπαινο ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται στη συγκράτηση των ελλειμμάτων. Προσπαθεί να αλλάξει τη λογική του Προϋπολογισμού. Από το «τόσα πήρα πέρυσι, τόσα θέλω φέτος» στο «αυτά πέτυχα, άρα δικαιολογώ αυτούς τους πόρους».

Ο ΟΟΣΑ, βέβαια, επισημαίνει και αδυναμίες. Οι εκθέσεις επισκόπησης δαπανών δεν δημοσιεύονται συστηματικά. Οι συστάσεις συχνά φτάνουν αργά για να επηρεάσουν ουσιαστικά τις διαπραγματεύσεις του Προϋπολογισμού. Γι’ αυτό προτείνει αριθμητικό στόχο εξοικονόμησης, καλύτερη σύνδεση με τον κύκλο του προϋπολογισμού και δημοσίευση των τελικών εκθέσεων.

Αυτό πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα. Όχι ως τεχνοκρατική πολυτέλεια, αλλά ως πολιτική υποχρέωση. Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά το κράτος που μοίραζε χρήμα χωρίς μέτρηση. Μια ώριμη δημοκρατία κάνει το αντίθετο. Μετρά, συγκρίνει, κόβει το άχρηστο και ενισχύει το χρήσιμο.

Ναι, είναι ώρα για επισκόπηση δαπανών. Όχι επειδή επιστρέφει η κρίση αλλά επειδή επικράτησε η σοβαρότητα.