Αν δεν πληρώνεις το νοίκι, δεν σώζεις τον κόσμο

Ο θρυλικός πρόεδρος του Leadership Institute Morton Blackwell, τον οποίο η στήλη θυμάται αρκετά συχνά, έχει έναν κανόνα που θα έπρεπε να διδάσκεται πριν από κάθε μάθημα πολιτικής οικονομίας: «Δεν μπορείς να σώσεις τον κόσμο αν δεν μπορείς να πληρώσεις το νοίκι». Δεν είναι απλώς ένα πνευματώδες αμερικανικό απόφθεγμα. Είναι η συμπύκνωση όλης της σοβαρής πολιτικής. Πριν από το όραμα έρχεται ο λογαριασμός. Πριν από την κοινωνική δικαιοσύνη έρχεται η παραγωγή πλούτου. Πριν από την αναδιανομή έρχεται η δημιουργία. 

Αυτόν τον κανόνα ο Αλέξης Τσίπρας και η ελληνική Αριστερά δεν τον κατάλαβαν ποτέ. Ή, ακόμη χειρότερα, τον κατάλαβαν και τον περιφρόνησαν. Για δεκαετίες, το βασικό πολιτικό τους ένστικτο ήταν ότι η πραγματικότητα μπορεί να καμφθεί με συνθήματα, ότι οι αγορές μπορούν να απειληθούν, ότι οι δανειστές μπορούν να εκβιαστούν, ότι οι φόροι μπορούν να αυξάνονται επ’ άπειρον, ότι το κράτος μπορεί να μοιράζει χρήματα χωρίς κάποιος να τα έχει πρώτα κερδίσει.

Το 2015 δεν ζήσαμε απλώς μια κακή διαπραγμάτευση. Ζήσαμε την επίσημη σύγκρουση της φαντασίωσης με το ενοίκιο. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πίστεψε ότι μπορεί να σώσει την Ευρώπη από τον νεοφιλελευθερισμό, ενώ η Ελλάδα δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει ούτε τη δική της στοιχειώδη κανονικότητα. Το αποτέλεσμα το πληρώσαμε όλοι. Κλειστές τράπεζες, capital controls, ένα τρίτο μνημόνιο και μια χώρα που έφτασε ξανά στο χείλος της εξόδου από το ευρώ.

Η Αριστερά λατρεύει να μιλά για ανθρώπινες ανάγκες. Σπάνια όμως ρωτά ποιος θα τις χρηματοδοτήσει. Λατρεύει να μιλά για μισθούς, συντάξεις, δικαιώματα, κοινωνικό κράτος. Σπάνια όμως μιλά για επενδύσεις, παραγωγικότητα, θεσμούς, αποταμίευση, εμπιστοσύνη, ανταγωνιστικότητα. Δηλαδή για όλα εκείνα χωρίς τα οποία οι καλές προθέσεις γίνονται ακάλυπτες επιταγές.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον φιλελεύθερο ρεαλισμό και τον αριστερό βολονταρισμό. Ο φιλελεύθερος δεν αρνείται την ανάγκη προστασίας των αδύναμων. Αρνείται όμως το ψέμα ότι μπορείς να προστατεύσεις τους αδύναμους καταστρέφοντας τους μηχανισμούς που παράγουν πλούτο. Δεν υπάρχει αξιοπρεπής σύνταξη χωρίς βιώσιμα δημόσια οικονομικά. Δεν υπάρχει καλός μισθός χωρίς παραγωγική επιχείρηση. Δεν υπάρχει κοινωνική πολιτική χωρίς φορολογούμενους που αντέχουν να πληρώνουν.

Γι’ αυτό η χθεσινή απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν είναι μια βαρετή τεχνοκρατική είδηση. Είναι πολιτικό ορόσημο. Κλείνει έναν κύκλο 16 ετών, από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι από το δημόσιο και εξωτερικό χρέος έχουν μειωθεί, ότι η ανάπτυξη παραμένει ανθεκτική, ότι οι μεταρρυθμίσεις προχώρησαν και ότι το τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε. 
Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έγινε Ελβετία. Δεν σημαίνει ότι λύσαμε το δημογραφικό, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, τη φορολογία ή την παραγωγική υστέρηση. Σημαίνει όμως κάτι πολύ σημαντικό. Όταν μια χώρα σταματά να παριστάνει ότι οι αριθμοί είναι ταξικός εχθρός, αρχίζει να ξανακερδίζει την κυριαρχία της.

Ο K. Μητσοτάκης σωστά είπε ότι κλείνει ένα αρνητικό κεφάλαιο. Αλλά το μάθημα δεν πρέπει να χαθεί μέσα στους πανηγυρισμούς. Η Ελλάδα βγήκε από την επιτήρηση όχι επειδή φώναξε περισσότερο, αλλά επειδή πλήρωσε το πολιτικό, κοινωνικό, και οικονομικό κόστος της χρεοκοπίας. Αυτό ακριβώς δεν συγχώρεσε ποτέ η Αριστερά στην πραγματικότητα: ότι δεν συγκινείται από τις προθέσεις μας.

Και αυτός είναι ο κανόνας που πρέπει να θυμόμαστε κάθε φορά που κάποιος υπόσχεται να σώσει την κοινωνία με δανεικά, φόρους και θυμό. Πρώτα πληρώνεις το νοίκι, και μετά, αν έχεις μυαλό, θεσμούς και ελευθερία, ίσως μπορέσεις να φτιάξεις και έναν καλύτερο κόσμο.