Από την Προϊστορική ακόμα εποχή, στην δυτική Πελοπόννησο, στην κοιλάδα του ποταμού Αλφειού, άρχισε να διαμορφώνεται ένας τόπος, ο οποίος θα καθιέρωνε έναν από τους μεγαλύτερους αθλητικούς θεσμούς στον κόσμο. Μέσα από την ιερότητα που τον χαρακτήριζε στην αρχαιότητα, έχει καταφέρει να επιβιώσει και να διατηρεί την αίγλη του μέχρι και σήμερα.
Σε εκείνη την γωνιά της Πελοποννήσου, κάτω από τον Κρονίο λόφο, ξεκίνησαν να δημιουργούνται κατά τους προϊστορικούς χρόνους μόνιμες κατοικίες. Η μόνιμη κατοίκηση, οδήγησε έπειτα στην έναρξη λατρευτικών ενεργειών. Όσοι έμεναν εκεί, ξεκίνησαν να δημιουργούν διάφορες «εστίες», όπου μπορούσαν να εκφράσουν την πίστη τους και να τιμήσουν τους θεούς τους.
Αργότερα, κατά τον 10ο και 9ο αιώνα π.Χ., οι ενέργειες αυτές οδήγησαν και στην διαμόρφωση ενός πιο συγκεκριμένου χώρου λατρείας. Μια έκταση γεμάτη αγριελιές, πεύκα, πλατάνια, λεύκες και δρύες, μετατράπηκε σε ιερό άλσος, αφιερωμένο στον βασιλιά των θεών, τον Δία. Αυτό το άλσος, ήταν η λεγόμενη «Άλτις».
Ο τόπος αυτός άρχισε έτσι να παίρνει άλλο χαρακτήρα και να μπαίνει στον δρόμο που του επέτρεψε να μείνει στην ιστορία. Η λατρεία του Δία καθιερώθηκε τελικά και άρχισε να δίνεται όλο και περισσότερη σημασία στην έκφρασή της. Η Άλτις έπρεπε να προστατευτεί. Οι κάτοικοι, οικοδόμησαν γύρω της έναν περίβολο και εντός του, ανάμεσα στα ανθισμένα δέντρα, τοποθέτησαν βωμούς. Γύρω τους, άφηνε ο καθένας τις προσφορές του στον θεό, τα αναθήματα.
Ο θεός του ουρανού και των κεραυνών, απολάμβανε μεγάλες τιμές σε εκείνον τον τόπο. Είχε αρχίσει να δημιουργείται έτσι ένα ιερό. Ίσως λόγω αυτού, δόθηκε στον τόπο το όνομα που πλέον γνωρίζει όλη η υφήλιος: «Ολυμπία». Ο γη του Ολύμπιου Δία.
Το ιερό της Ολυμπίας αποκτούσε όλο και περισσότερη φήμη και σημασία. Στην ουσία, η Άλτις και η περιοχή γύρω από αυτήν, σταμάτησαν να κατοικούνται όπως πριν. Τη θέση των κατοικιών, πήραν θρησκευτικά κτήρια. Ξεκίνησαν να γίνονται τελετές μεγαλύτερης εμβέλειας και καμιά φορά και διάφοροι αγώνες προς τιμήν του Δία.
Το 776 π.Χ., ήταν η πρώτη φορά που οι διοργανωτές αυτών των αγώνων, αποφάσισαν να αρχίσουν να κρατούν αρχείο. Σημειώθηκε, λοιπόν, ο πρώτος νικητής, στο ένα και μοναδικό αγώνισμα που πραγματοποιήθηκε τότε, τον δρόμο. Νικητής βγήκε ένας απλός μάγειρας από την γειτονική Ήλιδα.
Από εκεί και μετά, οι αγώνες έπαιρναν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Άρχισαν να προστίθενται κι άλλων ειδών αγωνίσματα. Αυτό τράβηξε την προσοχή και άλλων πόλεων, οι οποίες ήθελαν επίσης να συμμετάσχουν στους ιερούς αθλητικούς αγώνες της Ολυμπίας. Το γεγονός αυτό, οδήγησε και σε μια πρωτοποριακή καινοτομία, την θέσπιση της λεγόμενης «Ιερής Εκεχειρίας». Ένας θεσμός, ένας ιερός νόμος προστατευμένος από τον ίδιο τον Δία, ο οποίος επέβαλε την παύση κάθε πολέμου, την επικράτηση ειρήνης καθ’ όλη την διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων.
Από την Αρχαϊκή (8ος – 5ος αιώνας π.Χ.) μέχρι και την Ελληνιστική (4ος – 1ος αιώνας π.Χ.) εποχή, χτίστηκαν στην Ολυμπία ο ναός της Ήρας, το Πρυτανείο, το οποίο αποτελούσε το διοικητικό κέντρο των αγώνων, το Βουλευτήριο, το δικαστικό και νομοθετικό κέντρο των αγώνων, τα θησαυροφυλάκια των αναθημάτων των πόλεων, οι λεγόμενοι Θησαυροί, τα στάδια, ο λαμπρός ναός του Δία, ο οποίος φιλοξενούσε ένα από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού από τον ξακουστό Φειδία, το Γυμνάσιο (το γυμναστήριο των αθλητών δηλαδή) και η Παλαίστρα. Επιπλέον, αθλητές, παρευρισκόμενοι και υπεύθυνοι, είχαν πρόσβαση σε λουτρά, βοηθητικά κτήρια και στοές.
Οι Ολυμπιακοί αγώνες έγιναν ένα πανελλήνιο γεγονός, που πραγματοποιούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Οι ιεροί αγώνες προς τιμήν του βασιλιά των θεών, είχαν καταλήξει να είναι ένα είδος τιμητικής ιεροτελεστίας μεγάλων διαστάσεων. Κάθε αγώνισμα, κάθε βραβείο και κάθε κίνηση των αθλητών θεωρούνταν προσφορά και θυσία προς τον Δία. Οι ίδιοι οι αγώνες αποτελούσαν το αποκορύφωμα μιας πενθήμερης θρησκευτικής πανήγυρης. Τα βραβεία, τα στεφάνια από κλαδιά αγριελιάς («κότινοι»), κόβονταν από ένα ιερό δέντρο με χρυσό ψαλίδι. Οι νικητές δεν τιμούνταν απλώς ως πρωταθλητές, αλλά ως εκλεκτοί των θεών, στους οποίους ο Δίας είχε χαρίσει την εύνοιά του.
Οι αγώνες διήρκεσαν συνολικά 1.169 ολόκληρα χρόνια, αποτελώντας τον μακροβιότερο θεσμό του αρχαίου κόσμου. Σταμάτησαν το 393 μ.Χ., με διάταγμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Καθώς ο Χριστιανισμός είχε γίνει πλέον η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, ο Θεοδόσιος απαγόρευσε όλες τις ειδωλολατρικές γιορτές. Επειδή οι αγώνες ήταν μια ιεροτελεστία αφιερωμένη στον Δία, θεωρήθηκαν παγανιστικό έθιμο και καταργήθηκαν. Λίγα χρόνια αργότερα, το 426 μ.Χ., ο διάδοχός του, Θεοδόσιος Β', διέταξε την οριστική καύση και καταστροφή των ναών της Ολυμπίας.
Βιβλιογραφία:
