Το πρώτο πράγμα που ήθελε να κάνει η Άννα Μάρτιν μόλις ολοκληρώθηκε το podcast με την Ιζαμπέλ Αλιέντε ήταν να τηλεφωνήσει στη μητέρα της, να ακούσει τη φωνή της να της πει αυτά που μοιράστηκε μαζί της, η εμβληματική μορφή της λατινοαμερικανικής και σύγχρονης γυναικείας λογοτεχνίας.
Η Αλιέντε αλληλογραφούσε για 30 χρόνια με τη «mami» της και λέει πως αυτή η εμπειρία της γραφής την έκανε συγγραφέα. Η σχέση μητέρας και κόρης υφάνθηκε μέσα από μια πολυετή καθημερινή αλληλογραφία, που αριθμεί 24.000 επιστολές. Ο δεσμός τους μοναδικός, που όσες δεν πρόλαβαν να γευτούν την εμπειρία στο έπακρο, θα ήθελαν να είχαν ακόμα μια ευκαιρία.
Η σχέση μητέρας - κόρης η ένταση, η δύναμη και η σχεδόν μαγική ακατανόητη φύση αυτού του δεσμού βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος της Αλιέντε «Το Σπίτι των Πνευμάτων», που διασκευάστηκε σε τηλεοπτική σειρά και προβάλλεται από την πλατφόρμα Prime. Είναι η ιστορία τριών γενεών την οποία αφηγούνται οι γυναίκες. Η πολυδιαβασμένη και πολυγραφότατη, 83χρονη, συγγραφέας γνωρίζει τη γυναικεία φύση, τη νοσταλγία, τον ξεριζωμό, τις ταλαιπωρίες, την υπομονή, την προσφορά, τις κακουχίες, τον εγκλωβισμό, τους έρωτες, την απώλεια, τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, ιδίως σε εποχές, με συνθήκες δύσκολες, άδικες, άνισες, βίαιες.
Η αλληλογραφία με τη μητέρα της προέκυψε από μια ανάγκη για επικοινωνία, μια νοερή αγκαλιά. Η μητέρα της είχε παντρευτεί τον λάθος άνθρωπο. Έμεινε μόνη με τρία παιδιά. Δεν είχε δικούς της πόρους, ήταν μια γυναίκα απόλυτα εξαρτημένη από τον πατέρα της. Ήταν όμως νέα, ήταν και όμορφη.
Ερωτεύτηκε έναν παντρεμένο άνδρα, πατέρα τεσσάρων παιδιών. Πέρασε μια κόλαση για να είναι τελικά μαζί με τον αγαπημένο της. Εκείνος διπλωμάτης με διεθνή καριέρα, οπότε η μητέρα της Αλιέντε βρισκόταν συχνά εκτός Χιλής, εκεί που υπηρετούσε ο σύζυγός της. Ήταν καλό για εκείνη διότι γλίτωνε το βασανιστήριο της κατακραυγής. Στο καθοριστικό πλαίσιο του καθολικισμού, όπου το διαζύγιο ήταν ουσιαστικά αδιανόητο. Η γυναίκα, επί του προκειμένου η μαμά της Αλιέντε, στιγματίστηκε ως «μάγισσα» που διέφθειρε, ενώ ο άνδρας παρουσιαζόταν ως αφελές, πλανημένο θύμα- μια αφήγηση που αποκαλύπτει περισσότερο τις κοινωνικές προκαταλήψεις παρά την πραγματικότητα.
Η Αλιέντε μεγάλωνε, κατά διαστήματα, με τον αυστηρό παππού της. Η μαμά της τότε ήταν στην Τουρκία. Και άρχισαν να αλληλογραφούν. Καθημερινά. Ήταν η σύνδεση τους, ήταν η επικοινωνία τους ακόμα και αν αργούσαν να φτάσουν οι επιστολές. Μπορεί να έκαναν και δύο μήνες. Μέσα σε μία εβδομάδα μπορούσαν να παραδοθούν 15 γράμματα και μετά κενό και μετά μια από τα ίδια. Έγραφαν και έγραφαν. Αυτό που ξεκίνησε στην εφηβεία της Αλιέντε κράτησε τριάντα ολόκληρα χρόνια.
Η Μάρτιν που πήρε τη συνέντευξη από την Αλιέντε, πρόκειται για τη σειρά podcast Modern Love των NYT, λέει πως καμιά φορά συγχιζόταν ή και συγχίζεται με τη δική της μητέρα ή έχει θυμό μαζί της.
Η συγγραφέας απαντά:
«Ο θυμός μου δεν στρεφόταν ποτέ εναντίον της μητέρας μου, γιατί βρισκόταν μακριά. Αν ζούσαμε κοντά, όπως οι περισσότερες οικογένειες, πιθανότατα θα ξεσπούσα πάνω της όλη τη δυσαρέσκεια, τον θυμό, τη ματαίωση και την ανασφάλειά μου. Όμως εκείνη δεν ήταν εκεί. Έτσι, όλα γύριζαν προς τα μέσα. Έβραζα σιωπηλά. Δεν μπορούσα να τα βάλω με τον παππού μου -δεν θα ανεχόταν καμία έκρηξη, καμία αντίδραση. Εκείνη την εποχή, δεν αντιμιλούσες στους γονείς σου. Κατάπινες τα πάντα.
Το γεγονός ότι η μητέρα μου έλειπε έκανε, κατά έναν παράδοξο τρόπο, τα πράγματα ευκολότερα. Ήμασταν πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Και όμως, νομίζω πως ήρθαμε τόσο κοντά ακριβώς χάρη στα γράμματα και στην απόσταση. Δεν υπήρχε χώρος για μικρότητες, για ασήμαντα πράγματα. Υπήρχαν μόνο τα ουσιώδη.
Κάτι που έχει ενδιαφέρον, Άννα, είναι ότι -χωρίς τότε να το συνειδητοποιώ- η αλληλογραφία με έκανε συγγραφέα. Ζούσα την κάθε μέρα με προσοχή, παρατηρούσα όσα συνέβαιναν, για να έχω κάτι να της γράψω το βράδυ. Δεν ήμουν αφηρημένη, όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή, ήμουν παρούσα. Και αυτό είναι η καλύτερη εκπαίδευση για τη γραφή.
Όταν πέθανε η μητέρα μου, αυτό που μου έλειψε περισσότερο δεν ήταν τα δικά της γράμματα, αλλά τα δικά μου προς εκείνη. Γιατί τα γράμματά μου με ανάγκαζαν να παρατηρώ τη ζωή μου, να την καταγράφω, να προσέχω, να καταλαβαίνω τι έκανα λάθος και τι λειτουργούσε. Η ίδια η πράξη της γραφής με άλλαξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο».
Στις χιλιάδες επιστολές μιλούν και για το σεξ. Όχι η Ιζαμπέλ, η μητέρα της. Aκόμα και όταν ήταν 98 ετών της ανάφερε τις ερωτικές της φαντασιώσεις. Επίσης, πολλές φορές προχωρούσε σε εκμυστηρεύσεις ή ήταν ιδιαίτερα επικριτική όσον αφορά τους αδελφούς της Αλιέντε. «Μου είχε γράψει πράγματα φοβερά και τρομερά». Πολλές φορές άλλαζαν και ρόλους. Η «mami» ήταν η Ιζαμπέλ, η μητέρα ήταν το παιδί.
Ποια συμβουλή δίνει σήμερα στις κόρες για τη σχέση με τη μητέρα τους;
«Να τη χαίρεσαι, να χαίρεσαι αυτή τη σχέση- και να ρωτάς. Όσο περισσότερα μπορείς. Γιατί αυτό είναι που θα σου μείνει μετά: όλα όσα σου έδωσε, όλες οι ερωτήσεις, οι εκμυστηρεύσεις, όσα μοιραστήκατε».
