Δεκαέξι χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας, και δεδομένων των αλλαγών που επήλθαν από την υπογραφή της το 2007, είναι πλέον ζωτικής σημασίας για την Έυρωπαική Ενωση να προσαρμοστεί σε μια νέα δημοκρατική, γεωπολιτική, κλιματική και τεχνολογική πραγματικότητα, επισημαίνουν τρεις ειδικοί σε ευρωπαϊκά θέματα σε άρθρο τους στην Le Monde, παρουσιάζοντας 3+1 λόγους.
«Έχει έρθει η στιγμή για να ξεκινήσει μια συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης», σημειώνεται στον τίτλο του άρθρου γνώμης το οποίο συνυπογράφουν οι Guillaume Klossa (πρόεδρος του think tank EuropaNova), Maria-Joao Rodrigues (πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Προοδευτικών Σπουδών- Fondation européenne des études progressistes) και Daniela Schwarzer (μέλος του διοικητικού συμβουλίου στο Ίδρυμα Bertelsmann).
«Η διεύρυνση αποτελεί θεμελιώδη λόγο για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, αλλά δεν είναι ο μόνος. Ήρθε η ώρα να προσαρμοστεί η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) σε μια νέα δημοκρατική, γεωπολιτική, κλιματική και τεχνολογική πραγματικότητα. Αυτή είναι η ουσία της έκθεσης που υπογράψαμε με έντεκα άλλες κορυφαίες ευρωπαϊκές προσωπικότητες, με τίτλο "Μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: γιατί είναι αναγκαίες οι στοχευμένες τροποποιήσεις των Συνθηκών"», αναφέρουν.
«Η έκθεση αυτή συμπληρώνει τη γαλλογερμανική έκθεση εμπειρογνωμόνων "Πλοηγώντας στην ανοικτή θάλασσα: μεταρρύθμιση και διεύρυνση της ΕΕ στον 21ο αιώνα", που δημοσιεύθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η τελευταία είχε το πλεονέκτημα να ξεκινήσει τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων».
«Επί μακρόν, ήμασταν μεταξύ εκείνων που πίστευαν ότι η μεταρρύθμιση των συνθηκών δεν ήταν απαραίτητη. Το ανεπαρκώς αξιοποιημένο δυναμικό της Συνθήκης της Λισαβόνας θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να χρησιμοποιηθεί καλύτερα. Η κατάσταση έχει εκ βάθρων αλλάξει. Ριζικοί μετασχηματισμοί βρίσκονται σε εξέλιξη, τόσο πολύ που ο κόσμος που γέννησε τη Συνθήκη της Λισαβόνας δεν έχει πλέον καμία σχέση με αυτόν στον οποίο ζούμε. Είναι σημαντικό να προσαρμοστεί γρήγορα η Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, για να μπορέσει η Ευρώπη να παραμείνει εύστοχη και αποτελεσματική», γράφουν.
Η ΕΕ καλείται να αντιμετωπίσει νέες ανάγκες
Πρώτον, μια δημοκρατική ανάγκη: Η εμπειρία της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης το 2022, όπως και η διαβούλευση WeEuropeans που πραγματοποιήθηκε πριν από τις ευρωεκλογές του 2019, ανέδειξε την ισχυρή επιθυμία των Ευρωπαίων να συνεισφέρουν άμεσα στο μέλλον του ευρωπαϊκού σχεδίου.
Αυτή η συμμετοχική διάσταση θα πρέπει να ενσωματωθεί στους τοπικούς, εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς των Ευρωπαίων - οι οποίοι βρίσκονται αιώνες τώρα στην πρώτη γραμμή της δημοκρατικής καινοτομίας. Ειδάλλως, οι δημοκρατικές παραφωνίες θα συνεχίσουν να εντείνονται.
Η δεύτερη ανάγκη, αναφέρουν οι ειδικοί, είναι αυτή της παραγωγής βασικών κοινών αγαθών που κανένα κράτος μέλος δεν είναι σε θέση σήμερα να κάνει μεμονωμένα. Οι μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες της ΕΕ θέλουν μια Ευρώπη που δεν περιορίζεται στην παραγωγή κανόνων, αλλά που θα είναι σε θέση να ενεργεί σε θέματα ασφάλειας και άμυνας, βιώσιμης ανάπτυξης, ψηφιακού μετασχηματισμού, καταπολέμησης πανδημιών και, γενικότερα, υγείας και αλληλεγγύης.
Συγκεκριμένα, υπάρχει ανάγκη για μαζική ευρωπαϊκή δράση, γιατί τα θέματα που ξεπερνούν το εθνικό πλαίσιο είναι όλο και περισσότερα. Αυτή η μαζική δράση δεν μπορεί να περιοριστεί σε ρυθμίσεις και απαιτεί ικανότητα εκτέλεσης που δεν αποτελεί μέρος του DNA της Ένωσης.
Οι τρεις ειδικοί δίνουν το παράδειγμα της πρόσφατης πανδημίας αλλά και του πολέμου στην Ουκρανία, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάφερε, κατ’ εξαίρεση, να συμβάλει στην παραγωγή κοινών αγαθών, όπως η παροχή εμβολίων ή στήριξη της ΕΕ στην Ουκρανία.
Η κινητοποίηση κατά της Covid-19 ή η υποστήριξη της ΕΕ στην Ουκρανία κατέστη δυνατή μόνο από την εξαιρετική σοβαρότητα της κατάστασης, αναφέρουν, επισημαίνοντας ότι αυτά απαιτούσαν εξαιρετικά περίπλοκη και επίπονη θεσμική μηχανική και άσκησαν ισχυρή πίεση στις ευρωπαϊκές και εθνικές διοικήσεις που βρέθηκαν σε μόνιμο κίνδυνο υπερθέρμανσης.
Η τρίτη ανάγκη είναι αυτή της τεχνολογικής επιτάχυνσης. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η τεχνολογική επανάσταση είναι αυτή που θα δομήσει επόμενο αιώνα. Βασίζεται τόσο στην επιρροή των ψηφιακών πλατφορμών στις οικονομίες μας όσο και στην άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Και στις δύο περιπτώσεις, το πλεονέκτημα δίνεται στις χώρες που έχουν μια δυνατή εγχώρια αγορά, ισχυρό στρατό και αμυντική βιομηχανία, καθώς και πολύ σημαντική επενδυτική ικανότητα στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Δημοκρατική κυριαρχία και στρατηγική αυτονομία εξαρτώνται κατά πολύ από την ικανότητα που έχουν οι χώρες να προστατεύσουν τα δεδομένα των πολιτών και των επιχειρήσεων τους, μέσω ισχυρών υποδομών. Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία διαθέτουν τα μέσα για να εγγυηθούν την κυριαρχία τους. Όχι όμως η ΕΕ, γράφουν οι ειδικοί, λόγω έλλειψης μιας πραγματικής τεχνολογικής αγοράς και επαρκών επενδύσεων σε κρίσιμες υποδομές όπως το cloud.
Η τέταρτη και τελευταία ανάγκη είναι γεωπολιτική, και είναι αυτή που καλεί για μια νέα διεύρυνση. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ξεκαθάρισαν, για πρώτη φορά, το διακύβευμα στα συμπεράσματά τους στη σύνοδο κορυφής της Γρενάδας τον Οκτώβριο: «Η διεύρυνση είναι μια γεωπολιτική επένδυση στην ειρήνη, την ασφάλεια και την ευημερία. […] Παράλληλα, η Ένωση πρέπει να θέσει τις βάσεις και τις απαραίτητες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις».
Ώρα για αλλαγή
Το διακύβευμα στην ΕΕ σήμερα είναι συγκεκριμένο και ζωτικής σημασίας. Η Ένωση θα πρέπει να δημιουργήσει τις συνθηκών που θα επιτρέψουν στους πολίτες να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, την ικανότητά τους για δράση και να ισχυροποιήσουν την κυριαρχία τους. Αφορά επίσης στο να δώσει νέα πνοή στη δημοκρατία τους, σε έναν κόσμο που δεν κυβερνάται πλέον ούτε από την Ευρώπη ούτε από τη Δύση και που ευνοεί την ισορροπία δυνάμεων περισσότερο από τη συνεργασία.
Ενόψει τον ευρωπαϊκών εκλογών, τον Ιούνιο του 2024, και ενώ οι ηγέτες προετοιμάζουν τη στρατηγική ατζέντα που καθορίζει τις συλλογικές προτεραιότητες των Ευρωπαίων για τις επόμενες δεκαετίες, έχει έρθει η στιγμή να ξεκινήσει μια συζήτηση στη Γηραιά ήπειρο.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2009, έδωσε νέες νομοθετικές εξουσίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το έθεσε σε ισότιμη βάση με το Συμβούλιο Υπουργών όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις δράσεις και τις δαπάνες της ΕΕ. Άλλαξε επίσης τον τρόπο συνεργασίας του Κοινοβουλίου με τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα και ενίσχυσε την επιρροή των βουλευτών του ΕΚ σχετικά με το ποιος διευθύνει την ΕΕ. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές εξασφαλίζεται ότι η ψήφος στις ευρωπαϊκές εκλογές είναι ακόμη πιο σημαντική για την κατεύθυνση που ακολουθεί η Ευρώπη.
