Οδύνες και Ωδίνες του ΠΑΣΟΚ 

Οδύνες και Ωδίνες του ΠΑΣΟΚ 

Η πιο πρόσφατη δημοσκόπηση, της εταιρείας Pulse, για λογαριασμό της τηλεόρασης του ΣΚΑΪ (2/6) επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τις προηγούμενες σχετικά με την εμφανή, αν και αναμενόμενη, δημοσκοπική υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ και τα συνεχιζόμενα χαμηλά ποσοστά πρωθυπουργικού προφίλ του κ. Ανδρουλάκη. Είναι ατυχείς, άσκοπες και αντιπαραγωγικές οι αιτιάσεις του κόμματος και προσωπικά του κ. Ανδρουλάκη εναντίον των εταιριών δημοσκοπήσεων.

Είτε όλες συνωμοτούν εναντίον του ΠΑΣΟΚ είτε οι μέθοδοι μετρήσεων που χρησιμοποιούν δεν έχουν καμιά επιστημονικά αξία. Και τα δυο σκέλη της κατηγορίας είναι εμφανώς αβάσιμα. Οι εταιρίες του απάντησαν δεόντως. Το ΠΑΣΟΚ παλεύει για την 3η θέση και πόρρω απέχει πλέον από τη 2η. Την κατέλαβε αμαχητί ένας παλιός γνώριμος της πολιτικής πιάτσας και πρώην Π/Θ. Κάποιος που δεν ορρωδεί προ ουδενός και άνετα μπορεί εκ νέου να συγκεντρώσει σταδιακά πολιτικό κεφάλαιο επί σωρού κατά συρροή πολιτικών ψεμάτων και πολιτικών απατών. Το δις και τρις εξαμαρτείν ουδόλως τον απασχολεί. Στηρίζεται βασίμως στη διαχρονική Λωτοφαγία του «αγνού» λαού. 

Αν και οι προσεχείς, αναμενόμενες δημοσκοπήσεις επιβεβαιώσουν τα ανωτέρω ευρήματα, ιδιαίτερα μετά τα μπάνια του λαού,  και μετά τον Σεπτέμβριο τα νεόκοπα κόμματα των Τσίπρα και Καρυστιανού έχουν διατηρήσει τη σημερινή, αρχική τους (φυσιολογική) ορμή, τότε η θέση του κόμματος και του αρχηγού του θα καταστεί εξαιρετικά δύσκολη. Και εξ αυτού του λόγου εσωκομματικές εξελίξεις δεν πρέπει να αποκλείονται. Διότι, η βελόνα μεν μετακινήθηκε αλλά προς τα κάτω και κόλλησε εκεί.

Ο κ. Ανδρουλάκης έπεσε ο ίδιος στο λάκκο που έσκαψε αφρόνως για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Δεν παρέλειψε κανένα διαθέσιμο πολιτικό ολίσθημα. Οι δύο προτάσεις του δυσπιστίας προς την κυβέρνηση κατέληξαν σε απίστευτο φιάσκο. Η πρώτη στις 26/3/24 έγινε τη μεθεπομένη αναμασημένου δημοσιεύματος της εφημερίδας το ΒΗΜΑ της Κυριακής πριν ένα χρόνο για τη δήθεν «μονταζιέρα» στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Η δεύτερη, με τη συνεργασία και στήριξη ακόμα και του κόμματος  «Πλεύση Ελευθερίας», στις 5/3/25 για δήθεν «συγκάλυψη» και «κακουργήματα» Υπουργών της ΝΔ και πάλι στο θέμα των Τεμπών.

Μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ στήριζε φανερά την κα Καρυστιανού για «δικαιοσύνη» και τιμωρία των ενόχων του  «εγκλήματος» των Τεμπών. Ελπιδοφόρο και προβεβλημένο στέλεχος του κόμματος απερίσκεπτα υιοθέτησε δημοσίως τον ισχυρισμό του κ. Βελόπουλου περί «εξαφάνισης» 3 βαγονιών. Το κόμμα ενίσχυε τις κινητοποιήσεις για το «έγκλημα», τα ξυλόλια, το λαθραίο φορτίο κι όλους τους άλλους τερατώδεις και αναπόδεικτους ισχυρισμούς καθώς και το «οξυγόνο» που έλειπε, το πραγματικό μάλιστα μοντάζ στην περίπτωση αυτή. Μολονότι όλα τα ανωτέρω έχουν καταρρεύσει ως χάρτινος πύργος, τα πολιτικά αποτυπώματα που άφησαν δεν στερούνται σημασίας. Ολόκληρο νέο κόμμα στήριξαν καθώς και άλλα «αντισυστημικά» πολιτικά ρεύματα. 

Το ΠΑΣΟΚ και ο αρχηγός του συνέβαλαν συνειδητά στην πολιτική παράνοια που κινητοποίησε εύκολα τεράστια πλήθη πολιτών σε όλο τον κόσμο πάνω σε μια νέα πολιτική απάτη με μεγάλη ευκολία. Θέμα που πρέπει να απασχολήσει πολλούς θεράποντες των κοινωνικών επιστημών, δημοσιολόγους και δημοσιογράφους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι υπήρξε προφανές πολιτικό κέντρο. Το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη συνέβαλε συνειδητά στη δημιουργία ενός νέου ρεύματος λαϊκιστικού παροξυσμού και προπαγάνδας αλλά δεν κατάφερε να δρέψει πολιτικά τους καρπούς του. Αντίθετα, έπεσε θύμα του, εργαλειοποιώντας δε τη  Δικαιοσύνη και τις αποφάσεις της κατά το δοκούν εκμηδένισε κατά συνέπεια κάθε πιθανότητα να επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην κυβέρνηση στα αδύνατα σημεία της. 

Ως επιστέγασμα ήρθε και η υπόθεση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η υπόθεση κατέληξε σε ένα άλλο πολιτικό φιάσκο. Ούτε χρηματισμός  ούτε  οικονομική ζημία της ΕΕ εκ μέρους πολιτικών προσώπων, εν προκειμένω της ΝΔ, προέκυψαν. Ούτε κάποια «γαλάζια συμμορία». Τον Οργανισμό λυμαίνονταν διαχρονικά διάφορα συμφέροντα, εντός και εκτός, διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων. Η πολιτική ευθύνη ασφαλώς και ανήκει στην κυβέρνηση της ΝΔ που άργησε να λύσει το θέμα. Τόσοι Υπουργοί!  Κάλιο αργά παρά ποτέ. Αλλά, το ΠΑΣΟΚ δεν είχε να προτείνει κάτι θετικό, ούτε την υπαγωγή του στην ΑΑΔΕ δεν ψήφισε.  Αντίθετα, στιγματίστηκαν αθώα στην ουσία πολιτικά πρόσωπα εσπευσμένα και άδικα. 

Οπότε και την κατηγορία  περί «κυβέρνησης υποδίκων» ο κ. Ανδρουλάκης θα πρέπει μάλλον να την απευθύνει προς την κυβέρνηση του φίλου του Ισπανού Π/Θ Σάντσεθ με τον οποίο έσπευσε προ εβδομάδων να βγάλει περιχαρής selfies αλλά του οποίου ολόκληρη η οικογένεια, σύζυγος και αδελφός, καθώς και ηγετικά στελέχη του κόμματός του (PSOE) κατηγορούνται για «εγκληματική οργάνωση» και διαφθορά. Βέβαια, διαμαρτύρονται για «δεξιά πλεκτάνη». Aαπομένει να αποδειχτεί.

Κανείς δε ζήτησε από τον κ. Ανδρουλάκη να γίνει δεκανίκι της ΝΔ. Του ζητήθηκε το αυτονόητο, ήτοι η θεσμική και συστημική συμπεριφορά ως υπεύθυνο κόμμα της Αντιπολίτευσης και μάλιστα, κατά ευτυχή συγκυρία, της Αξιωματικής. Του ζητήθηκε να εγγυηθεί την κυβερνησιμότητα της χώρας ως παράγοντας πολιτικής σταθερότητας και προοδευτικής διακυβέρνησης ούτως ώστε να σχεδιαστούν ή να βελτιωθούν και να εφαρμοστούν με τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση οι σοβαρές μεταρρυθμίσεις και δομικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα σε πολλούς τομείς. Σε καιρούς μάλιστα απειλών, γεωπολιτικών ανακατατάξεων και προκλήσεων και αβεβαιότητας που επιβάλλουν τουλάχιστον την εθνική συνεννόηση κι όχι την φτηνή δημαγωγία.  

Προφανώς, ο στόχος να υπερκεράσει στην κάλπη κατά μια ψήφο τη ΝΔ ήταν και παραμένει ανέφικτος. Αποτελεί παραπλάνηση προς αποφυγήν αναπόφευκτων  διλημμάτων. Ο κ. Ανδρουλάκης ακολούθησε μια πορεία λαϊκιστικής έξαρσης, ακατάσχετης ρητορείας εχθροπάθειας και καταγγελτικού λόγου, καθώς και υστερικής αντι-δεξιάς και αντι- Μητσοτακικής υστερίας.  

Υπάρχουν ακόμα περιθώρια ανάκαμψης και επαναφοράς του ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση; Λογικά ναι, υπό ορισμένους όρους ένας βασικός εκ των οποίων είναι ο χρόνος διεξαγωγής των εκλογών. Εάν ο χρόνος που έχει πλέον στη διάθεσή του είναι πολύ λίγος, είναι εξαιρετικά δύσκολο να δημιουργήσει το ίδιο συνθήκες ανάκαμψης. Διότι, βρίσκεται πλέον σε θέση άμυνας. Όμως, ο πιο κρίσιμος παράγοντας θα ήταν να κάνει το ίδιο αποφασιστική στροφή προς μια άλλη πολιτική, θεσμική, πολιτική ευθύνης.

 Δε φαίνεται και πολύ  πιθανό, μολονότι εντός του κόμματος υπάρχουν σαφείς απόψεις για μια άλλη πορεία. Εκφράζονται δε  δημόσια. Το πολιτικό ένστικτο και η πολιτική κουλτούρα του κ. Ανδρουλάκη, η εθισμένη στον ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό εκλογική βάση του κόμματος, ωθούν προς έναν τυφλό αντι-δεξιό και κυρίως αντι-Μητσοτακικό συναγωνισμό λαϊκιστικής αριστεροσύνης και ανευθυνότητας με τους ΕΛΑΣίτες. Είναι θέμα επιβίωσης, όπως φαίνεται λανθασμένα να πιστεύει το ΠΑΣΟΚ και ο αρχηγός του, ενώ η σωτηρία βρίσκεται σε μια άλλη πολιτική.

Το ΠΑΣΟΚ και ο κ. Ανδρουλάκης, εκτός των αναπόφευκτων εν τινι μέτρω επιρροών εξωκομματικών και άλλων ισχυρών παραγόντων, είναι εμφανές ότι παραμένουν δέσμιοι της παράδοσης του γεννήτορα Ανδρέα Παπανδρέου και των επιγόνων του, οι οποίοι συχνά υπενθυμίζουν ότι δεν θέλουν καθόλου τον κ. Ανδρουλάκη ως αρχηγό του κόμματος. Δις μάλιστα προσπάθησαν να τον εκθρονίσουν.

Στην πρώτη αναμέτρηση για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είχε ως αντίπαλο στο Β΄ Γύρο τον ίδιο τον Γιώργο Παπανδρέου τον οποίο και νίκησε με ποσοστό 67,88% (12/12/2021). Στη 2η αναμέτρηση, όταν οι επίδοξοι διάδοχοί του ζήτησαν την κεφαλή του επί πίνακι μετά την επίδοση του κόμματος στις διπλές εκλογές του 2023, νίκησε και πάλι τους αντιπάλους του, μολονότι είχαν τη στήριξη της «οικογένειας». Στον Β΄ γύρο, στις 13/10/24 νίκησε τον Δούκα των Αθηνών με 59.92%, ενώ στις 21/11 την ίδια χρονιά αναδείχτηκε και ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης όταν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ έγιναν ανεξάρτητοι. 

Ωστόσο, δεν έχει τα κότσια να διαγράψει τον Δούκα, μετά τις πρόσφατες, γνωστές απόψεις του περί συνεργασίας των «προοδευτικών δυνάμεων», απόψεις  που υπονομεύουν εκ προοιμίου και άνευ λόγου την αυτόνομη πορεία και τις πολιτικές επιλογές του κόμματος. Έρχονται να προστεθούν, βέβαια, στις απόψεις του περί μη συνεργασίας με τη ΝΔ που ίδιος ο κ. Ανδρουλάκης αφρόνως υιοθέτησε στο πρόσφατο Συνέδριο του κόμματος. 

Άκρως ανησυχητικό φαινόμενο, διότι η χώρα χρειάζεται, αυτονόητα, ισχυρά, θεσμικά κόμματα ευθύνης ικανά να παρέχουν αποτελεσματικούς κυβερνητικούς συνδυασμούς προς το καλό της χώρας. Να παρέχουν δηλαδή εγγυήσεις καλής και σταθερής διακυβέρνησης. Κόμματα και πολίτες θα πρέπει να επιδιώκουν συνεχώς την πολιτική κουλτούρα ήπιου και πολιτισμένου πολιτικού διαλόγου και κυβερνήσεων συνεργασίας που συνεπάγονται πάντα διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς, κοινό προγραμματικό παρονομαστή διακυβέρνησης.

Ωστόσο, μια τέτοια πολιτική κουλτούρα πολιτικής ωριμότητας και εθνικής ευθύνης δεν προκύπτει με την επιφοίτηση κάποιου Αγίου Πνεύματος ούτε αποτελεί κάποιο εκ γενετής χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολιτικού συστήματος. Καλλιεργείται συστηματικά. Προκύπτει από δέσμη αξιών, από την πολιτική συμπεριφορά και πράξη, τομείς  άκρως ελλειμματικούς στη δική μας περίπτωση. 

Κανόνας, βέβαια, στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες είναι ο πολυκομματισμός και η δυνατότητα διακυβέρνησης με κυβερνήσεις συνεργασίας. Στην Ελλάδα, η προσέγγιση του ΠΑΣΟΚ και του κ. Ανδρουλάκη θεωρεί κάτι ανάλογο ως έγκλημα καθοσιώσεως, μολονότι άνετα συνεργάζεται για τη διακυβέρνηση της ΕΕ με την επάρατη ευρωπαϊκή Δεξιά.

Ο κ. Ανδρουλάκης εισπράττει τώρα τους τόκους της πολιτικής του αφροσύνης και του αχαλίνωτου λαϊκισμού του που συχνά εκτρέπεται σε απαράδεκτες ύβρεις κατά των πολιτικών του αντιπάλων. Δε χρειάζεται να τον λυπάται κανείς. Όπως έστρωσε θα κοιμηθεί.

Οι Οδύνες του ΠΑΣΟΚ και του κ. Ανδρουλάκη είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού, από τις πολιτικές Ωδίνες τους, όμως, δεν είναι ακόμα φανερό τι θα προκύψει.