Ο εχθρός δεν είναι απέναντι

Ο εχθρός δεν είναι απέναντι

Η διάγνωση

Ο πραγματικός αντίπαλος κάθε πολιτικής παράταξης σπάνια κάθεται απέναντί της στα έδρανα της Βουλής. Αυτό το ήξερε ο Θουκυδίδης καλύτερα από κάθε σύγχρονο πολιτικό αναλυτή.

Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε απλώς ιστορία, αλλά ίσως την σπανιότερη μορφή πολιτικής ανάλυσης: μια διάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής του, που παραμένει ακριβής και σύγχρονη μετά από τόσους αιώνες. Περιγράφοντας την Αθήνα μετά τον θάνατο του Περικλή περιγράφει κάτι που ξεπερνά τη στενή ιστορική αφήγηση των γεγονότων: όσο ζούσε ο Περικλής, η πόλη κρατούσε μια σταθερή πορεία, καθώς υπήρχε ένας ηγέτης ικανός να καθοδηγεί το πλήθος, χωρίς να παρασύρεται από αυτό. Μετά τον θάνατό του, οι διάδοχοί του δεν κληρονόμησαν αυτή την ικανότητα – αντ’ αυτού, ανταγωνίστηκαν μεταξύ τους για τη λαϊκή εύνοια, ο καθένας απ’ αυτούς έτοιμος να υποτάξει το κοινό συμφέρον της πόλης έναντι της προσωπικής φιλοδοξίας. Δεν ήταν ο εξωτερικός εχθρός που έβλαψε πρώτος, αλλά η εσωτερική διάσπαση και διχόνοια.

Αυτή η διάγνωση του Θουκυδίδη δεν αποτελεί κάποιου είδους λογοτεχνική μεταφορά, αλλά εργαλείο αξιολόγησης της σύγχρονης σε εμάς πολιτικής κατάστασης. Σήμερα, στην ελληνική πολιτική σκηνή, η διάγνωση αυτή εφαρμόζεται με ενοχλητική ακρίβεια που προκαλεί προβληματισμό – και στις δύο πλευρές, όχι μόνο στη μία.

Το σκηνικό που την κάνει επίκαιρη

Ζούμε σε μια χώρα όπου η δημοσκοπήσεις βγαίνουν σχεδόν κάθε βδομάδα – Pulse, Prorata, Metron Analysis, Alco, MRB, Interview, μια και δύο φορές τον μήνα παρουσιάζουν αποτελέσματα δημοσκοπικών ερευνών με μικρές μεταβολές κάθε φορά της τάξης της μίας ή δύο μονάδων που παρουσιάζονται ως ανατροπές. Ενώ η αποτύπωση των προτιμήσεων της κοινής γνώμης αποτελούν αναμφισβήτητα ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη χάραξη της στρατηγικής των πολιτικών κομμάτων, αυτή η συνεχής δημοσκοπική εκκρεμότητα δεν αποτελεί ουδέτερη καταγραφή της κοινής γνώμης· αντιθέτως, γίνεται ένας μηχανισμός που τροφοδοτεί μόνιμη πολιτική αγωνία, βραχυπρόθεσμη σκέψη και στιγμιαία αντίδραση αντί για χάραξη μακροπρόθεσμης πολιτικής. Οι πολιτικοί μηχανισμοί που θα έπρεπε να σχεδιάζουν για την επόμενη δεκαετία, σχεδιάζουν τελικά για την επόμενη Κυριακή.

Παράλληλα, η πολιτική τοξικότητα έχει κάνει μετάσταση από τα έδρανα της Βουλής των Ελλήνων στην κοινωνική ζωή της χώρας, κάτι που αποτυπώνεται σε περιστατικά όπως οι πρόσφατες εμπρηστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη που οδήγησαν σε έναν άδικο θάνατο και οι ακόμα πιο πρόσφατες απειλές για επανάληψη τέτοιων περιστατικών.

Η αντιπαράθεση των πολιτικών κομμάτων προηγείται της επιχειρηματολογίας και ο προσωπικός χαρακτηρισμός των πολιτικών αντιπάλων του επιχειρήματος. Κάτω από όλα αυτά, μια διάχυτη πολιτική και κοινωνική μεμψιμοιρία που συνοδεύεται από έναν συνδυασμό διασποράς ψευδών ή παραποιημένων ειδήσεων, ελλείψει πραγματικών στοιχείων και της συνολικής εικόνας: η αίσθηση ότι τίποτα δεν πάει καλά, ότι όλοι στο εξωτερικό θέλουν το κακό μας, ότι η χώρα είναι καταδικασμένη να υστερεί κατόπιν εντολών άνωθεν και ότι τίποτα δεν πάει καλά. Το έλλειμα εμπιστοσύνης είναι υπαρκτό και είναι μετρήσιμο – πάνω από τους μισούς πολίτες θεωρούν ότι βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση απ’ ότι έναν χρόνο πριν, ενώ οι δύο στους τρεις θεωρούν ότι η χώρα πάει προς τη λάθος κατεύθυνση.

Είναι μέσα σε αυτό το σκηνικό – δημοσκοπικά κορεσμένο, τοξικό και μεμψίμοιρο – που το έργο του Θουκυδίδη γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ και προκύπτει μια ερώτηση αρκετά που δημιουργεί προβληματισμό: υπάρχει σήμερα ηγεσία ικανή να υποτάξει την φιλοδοξία προς όφελος της αρεστής κοινωνικά μακροπρόθεσμης χάραξης στρατηγικής; Η απάντηση δεν είναι απλή για καμιά από τις πλευρές του πολιτικού συστήματος.

Κυβέρνηση: ούτε Περικλής, ούτε νόσος των διαδόχων

Θα ήταν εύκολο – και ανέντιμο – να τοποθετηθεί η σημερινή κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη καθαρά στη μία πλευρά της θουκυδίδειας εξίσωσης. Δεν είναι σίγουρα αλάθητη ηγεσία, αλλά ούτε πάσχει από την πλήρη νόσο της διάσπασης που περιγράφει ο Θουκυδίδης στο έργο του

Πλευρά αξιοπιστίας: Επτά χρόνια μετά, η οικονομία διατηρεί μια σταθερή πορεία, με την ανάπτυξη να τρέχει με 2,1% το 2025, τρίτη συνεχόμενη χρονιά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την ανεργία να μειώνεται στο 8,2% από το 9,7% έναν χρόνο πρίν, το δημόσιο χρέος να έχει υποχωρήσει στο 146,1% του ΑΕΠ, ενώ και η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας έχει αναβαθμιστεί από τους οίκους Fitch και Scope. Αυτά τα νούμερα δεν είναι καθόλου τυχαία για μια χώρα που πριν από μια δεκαετία ήταν στα πρόθυρα εξόδου από το ευρώ.

Πιο σημαντικό ίσως, γιατί αγγίζει άμεσα τη θουκυδίδεια λογική περί στρατηγικής αντίληψης: Η Ελλάδα πλέον διεκδικεί ενεργά τη θέση και τον ρόλο της στο διεθνές σύστημα. Η διευθέτηση εκκρεμοτήτων όπως η ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, και οι συζητήσεις με την Αλβανία και τη Λιβύη, η άμεση αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο για την προστασία του νησιού από πυραυλικές επιθέσεις του Ιράν, η αναβάθμιση των στρατηγικών σχέσεων με τη Γαλλία, αλλά κυρίως με το Ισραήλ, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις χώρες του Κόλπου, το airpolicing σε βαλκανικές χώρες όπως η Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία (Σκόπια) καθώς και η πολύ πρόσφατη μετακίνηση δυνάμεων για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Βουλγαρίας είναι κάποιες πολύ χαρακτηριστικές κινήσεις που αναδεικνύουν την ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων.

Επιπροσθέτως η παρουσία των ενόπλων δυνάμεων σε ταυτόχρονες ενεργές επιχειρήσεις από το λιβυκό μέχρι τη μαύρη θάλασσα και από εκεί στο Κόσσοβο, αλλά και η επιτυχημένη παρουσία και διοργάνωση πολύ απαιτητικών ασκήσεων της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας αναδεικνύουν μια πολύ εξωστρεφή στάση της ελληνικής κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων. Τέλος, η χώρα προχωρά στο μεγαλύτερο ίσως πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των δυνατοτήτων των ενόπλων δυνάμεων των τελευταίων δεκαετιών. Φρεγάτες κλάσης Κίμων (Belharra), μαχητικά 4.5 γενιάς Rafale, μαχητικά 5ης γενιάς F-35 και ο συνολικός εκμοντερνισμός της αεράμυνας της χώρας, γνωστό και ως Ασπίδα του Αχιλλέα, ένα πρόγραμμα περίπου 5 δις είναι μόνο ένα δείγμα της προσπάθειας που γίνεται ώστε η χώρα να έχει τέτοια αποτρεπτική δυνατότητα που δεν είχε ποτέ άλλοτε.

Πλευρά φθοράς: Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση δεν διαφεύγει της ίδιας νόσου που πλήττει την αντιπολίτευση, σε μικρότερη όμως κλίμακα. Η πρακτική της νυχτερινής νομοθέτησης – 76% των τροπολογιών κατατίθενται μεταξύ 21:00 και 1:00 σύμφωνα με έρευνα του ΚΕΦΙΜ – είναι το είδος εκείνο της διαχείρισης που προτάσσει την ταχύτητα έναντι της ουσιαστικής, αλλά χρονοβόρας κοινοβουλευτικής επεξεργασίας. Το στεγαστικό παραμένει ίσως ο νούμερο 1 λόγος φθοράς, καθώς αποτελεί μια ανοιχτή πληγή (35% του εισοδήματος πηγαίνει στη στέγη, έναντι του 19,2% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος).

Η ακρίβεια, ανεξαρτήτως μακροοικονομικών δεδομένων παραμένει ένα βίωμα που δεν αποτυπώνεται στη στατιστική. Τέλος, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ (υπό διερεύνηση η εμπλοκή πολιτικών προσώπων, χωρίς όμως στοιχειοθέτηση των κατηγοριών) και η σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών με τις αβλεψίες, τις καθυστερήσεις, την επικοινωνιακή διαχείριση και όλα έχουμε ζήσει μέχρι τώρα σε αυτή την πολύκροτη υπόθεση, έχουν πλήξει σοβαρά την αίσθηση θεσμικής σοβαρότητας.

Η κυβέρνηση σίγουρα δεν είναι ο Περικλής που περιγράφει ο θουκυδίδης στο έργο του. Είναι μια ηγεσία με πραγματική στρατηγική αντίληψη σε ορισμένα πεδία (οικονομία, άμυνα, διπλωματία, ψηφιοποίηση του κράτους), αλλά με υποταγή στη λαϊκή στιγμή σε άλλα θέματα (επικοινωνιακή διαχείριση της θεσμικής φθοράς). Αυτή η ανάμεικτη εικόνα είναι μια πραγματικότητα, αντίθετα από την αντιπολιτευτική κριτική που ξεπερνά πολλές φορές τα όρια της δαιμονοποίησης.

Η αντιπολίτευση: η καθαρότερη έκφραση της νόσου 

Αν όμως ψάχνει κανείς το σημερινό αντίστοιχο των διαδόχων του Περικλή, τότε νομίζω ότι αυτό θα το βρει στην αντιπολίτευση και όχι στην κυβέρνηση.

Η αντιπολίτευση στις μέρες μας είναι επτακομματική. Η μέχρι τώρα δημοσκοπική εικόνα δεν δείχνει ότι υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού ενός στιβαρού κυβερνητικού πόλου έναντι της σημερινής κυβέρνησης. Η άνοδος της ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα τροφοδοτείται κυρίως από το ΣΥΡΙΖΑ, τα κόμματα που δημιουργήθηκαν από τις διασπαστικές φάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και ίσως από ένα μικρό μερίδιο του ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για ένα κόμμα που παρουσιάζεται ως καινούριο, αξιοποιώντας κυρίως πρόσωπα μη πολιτικά, αλλά ευρέως γνωστά από την επαγγελματική τους ενασχόληση στον χώρο της ψυχαγωγίας και του θεάματος, ενώ δέχεται στις τάξεις του και πολιτικά πρόσωπα προερχόμενα από το ΣΥΡΙΖΑ.

Πρόκειται για το rebranding του πολιτικού αρχηγού που κυβέρνησε τη χώρα την μαύρη περίοδο της οικονομικής κρίσης, στηριζόμενος στο θυμικό και το συναίσθημα του λαού και επανέρχεται πλέον υποστηρίζοντας ότι πλέον ξέρει όσα δεν ήξερε όταν έκανε δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου δεν σεβάστηκε, όταν έκλεινε τις τράπεζες, όταν χρέωνε στις πλάτες μας μια υποθήκη της δημόσιας περιουσίας για 99 χρόνια πακέτο με το τρίτο μνημόνιο και που πολιτευόταν με τσιτάτα του τύπου «GO BACK MADAM MERKEL».

Το rebranding αυτό αναδιατάσσει τον αντιπολιτευτικό χώρο του αυτοαποκαλούμενου προοδευτισμού, παρά συσπειρώνει με πειθώ νέους ψηφοφόρους. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια μόνιμη περιδίνηση που μοιάζει περισσότερο με ταυτοτική κρίση. Παρουσιάζει προτάσεις στη Βουλή τις οποίες εν τέλει ούτε καν ψηφίζει, ενώ δίνει μια μάχη να διεκδικήσει κοινό πολύ αριστερότερα από αυτό που ιστορικά το έχει στηρίξει και το έχει αναδείξει κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, κόμματα του λεγόμενου πατριωτικού χώρου, όπως η Νίκη και Ελληνική Λύση αλιεύουν σε θολά πολιτικά νερά, από ένα κράμα ψηφοφόρων με πολύ συγκεκριμένες θέσεις που είναι δύσκολο να εξηγηθούν.

Τέλος, ο νέος πολιτικός σχηματισμός της Ελπίδας για Δημοκρατία έρχεται να γίνει εν μέρει το αντίπαλο δέος των δύο προηγούμενων κομμάτων, αξιοποιώντας μια ρητορική που συνδυάζει τον αντισυστημισμό της περιόδου της δεκαετίας του 2010, της συνωμοσιολογίας της περιόδου της COVID-19 και της συναισθηματικής φόρτισης που προέρχεται από το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Όμως τίποτα από αυτά δεν του βοηθάει ώστε να κεφαλαιοποιηθεί σε συγκροτημένη πρόταση διακυβέρνησης.

Αυτό ακριβώς είναι και το φαινόμενο που περιγράφει ο Θουκυδίδης: πολλοί αρχηγοί, ο καθένας με τη δική του βάση, τη δική του ατζέντα, τη δική του φιλοδοξία – κανένας όμως δεν είναι ικανός να υποτάξει το προσωπικό σε μια στρατηγική βασισμένη στο κοινό καλό. Δεν πρόκειται ακριβώς για έλλειψη ταλέντου. Ταλέντο ίσως υπάρχει κάπου. Το πρόβλημα είναι η απουσία πολιτικής ωριμότητας ώστε να υπάρξει ένα όραμα και μια συνέχεια για το μέλλον της χώρας.

Εδώ η κριτική πρέπει να είναι σαφής, όπως γίνεται και στην κυβέρνηση παραπάνω: ο θεσμικός και συνταγματικός ρόλος της αντιπολίτευσης δεν εξαντλείται μόνο στον στείρο καταγγελτικό λόγο. Είναι να συγκροτεί μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, ικανής να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Αυτό, επί του παρόντος δεν συμβαίνει – και η ευθύνη γι’ αυτό βαραίνει αυτά τα ίδια τα αντιπολιτευτικά κόμματα και αυτούς που θέτουν την προσωπική ή κομματική φιλοδοξία πάνω από τη συγκρότηση πειστικής εναλλακτικής.

Το τέλος μιας αφήγησης: η «φτωχή και απροστάτευτη χώρα»

Υπάρχει μια δεύτερη, βαθύτερη μεμψιμοιρία στην ελληνική πολιτική κουλτούρα. Αυτή η μεμψιμοιρία είναι διαχρονική και σχεδόν αυτοτροφοδοτούμενη: η αφήγηση της αδύναμης, απροστάτευτης και καταδικασμένης χώρας να υφίσταται τις αποφάσεις άλλων. Αυτή η αφήγηση έχει μια ιστορική βάση, όμως σήμερα, όλο και περισσότερο δεν αντέχει στην εξέταση των γεγονότων.

Μια χώρα που εξοπλίζεται με σύγχρονες μονάδες επιφανείας, που έχει παραλάβει αναβαθμισμένες, αλλά και νέες σύγχρονες αεροπορικές πλατφόρμες, ενώ ετοιμάζεται να εντάξει και νέες ακόμη πιο σύγχρονες και ικανές, μια χώρα που αναπτύσσει με ταχύτητα σύγχρονες μη επανδρωμένες πλατφόρμες μάχης, που εξοπλίζεται με νέα σύγχρονα οπλικά συστήματα κάθε άλλο παρά ανίσχυρη είναι. Μια χώρα που αναπτύσσει στρατηγικές συνεργασίες με χώρες όπως η Γαλλία, που αναπτύσσει στρατηγικές συμμαχίες με χώρες όπως το Ισραήλ και οι ΗΠΑ και που μπορεί να συνομιλεί και να συνεργάζεται με χώρες όπως η Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αίγυπτος και το Κατάρ κάθε άλλο παρά απομονωμένη και υποτελής μπορεί να χαρακτηριστεί.

Τέλος, μια χώρα που ενεργοποιεί τα ναυπηγεία της, που αναβαθμίζει τις ενεργειακές τις υποδομές ώστε να μεταφέρει πολύτιμη ενέργεια στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, συνδέοντας παράλληλα τις χώρες του Κόλπου με την Ευρωπαϊκή Ήπειρο και τις αγορές της Ασίας με τις ευρωπαϊκές αγορές, κάθε άλλο παρά θύμα των περιστάσεων είναι.

Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι κάθε πρόκληση έχει λυθεί. Σημαίνει όμως ότι η καλλιέργεια μιας μόνιμης κουλτούρας θυματοποίησης – οικονομικής, πολιτικής, γεωπολιτικής – από πάνω προς τα κάτω και αντίστροφα, δεν αντικατοπτρίζει τη σημερινή πραγματικότητα, ενώ λειτουργεί περισσότερο ως βολικό άλλοθι αδράνειας, παρά ως ειλικρινής περιγραφή της χώρας.

Η σύνθεση

Η θουκυδίδεια ερώτηση δεν είναι ποιος κερδίζει τη μηνιαία κυριακάτικη δημοσκόπηση. Είναι ποιος – αν κάποιος – δείχνει την ικανότητα να υποτάξει την φιλοδοξία σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική κατεύθυνση ουσιαστικής διακυβερνησιμότητας, χωρίς να θυσιάσει το συμφέρον της πόλης για τη δική του επιβίωση.

Η κυβέρνηση με όλες της τις αντιφάσεις, με όλες τις αδυναμίες και τη φθορά που έχει υποστεί τα τελευταία εφτά χρόνια, δείχνει να έχει την ικανότητα σε ορισμένα κρίσιμα πεδία – ενώ την στερείται σε άλλα. Η αντιπολίτευση αντίθετα, όντας κατακερματισμένη, δεν μας έχει δείξει ακόμα τίποτα πειστικό, σε κανέναν τομέα. Αυτή η διαπίστωση δεν αποτελεί θρίαμβο για τη μία πλευρά· αποτελεί όμως δείγμα ανεπάρκειας και των δύο, σε διαφορετικό βαθμό και διαφορετική μορφή.

Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε την έργο του για να δικαιώσει κάποιον. Την έγραψε, όπως ο ίδιος λέει, ως «κτήμα ες αεί» - απόκτημα για πάντα, ακριβώς επειδή η ανθρώπινη ιστορία έχει αποδείξει ότι κάνει κύκλους, αν και τα πρόσωπα και ιστορικές μορφές αλλάζουν, ωστόσο η δομή των γεγονότων επαναλαμβάνεται. Η σημερινή Ελλάδα δεν κινδυνεύει τόσο από την ικανότητα κάποιου εξωτερικό επιβουλέα να τη διαλύσει. Η Ελλάδα κινδυνεύει, όπως πάντα, από τις εσωτερικές ερινύες και από το να μη βρει, ούτε στην εξουσία, ούτε απέναντί της, την ωριμότητα να υποτάξει τη μικρή φιλοδοξία στη μεγάλη στρατηγική. Η Ελλάδα καλείται να αναπτύξει ξανά μια μεγάλη ιδέα για τη θέση της στο νέο διεθνές σύστημα.