Μεταξύ 2020 και του προηγούμενου μήνα, το νόμισμα που έχουμε ανά χείρας, το «ελληνικό ευρώ» έχει χάσει το 1/5 της νομισματικής αξίας του. Είναι πολύ. Από τότε που μπήκαμε στην ευρωζώνη, το 2022, το εθνικό νόμισμα έχασε το 64% της αξίας του. Είναι πάρα πολύ.
Συμμετείχαμε στην υιοθέτηση του ευρώ, επειδή αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε την πληθωριστική δραχμή και να βάλουμε στην τσέπη μας το «σκληρό ευρώ». Βεβαίως, την ίδια περίοδο, η αξία του ευρώ σε δολάρια ενισχύθηκε πάνω από 10%. Άρα, έχουμε ένα «μαλακό» ευρώ σε εσωτερικούς όρους, αλλά ένα «ισχυρό» ευρώ σε διεθνείς όρους.
Εξηγεί αυτό πόσο «φθηνότερο» είναι να εισάγουμε προϊόντα και υπηρεσίες, παρά να παράγουμε εγχωρίως τα δικά μας διεθνώς ανταγωνιστικά αγαθά. Όταν όμως εισάγεις τελικό προϊόν, εισάγεις μαζί όλα τα χαρακτηριστικά του, δηλαδή όλα τα κόστη που χρειάστηκε να πληρωθούν από την επιχείρηση, μαζί και το πολύ σπουδαίο κόστος εργασίας, προκειμένου να το δημιουργήσει και να το καταστήσει διαθέσιμο στη δική μας αγορά.
Οσα περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες εισάγεις, τόσο πιο εξαρτημένος είσαι από τους παραγωγούς τους. Η δυνατότητά σου να διαπραγματεύεσαι την τιμή που τελικά θα πληρώσεις, είναι μικρή έως ελάχιστη. Με δύο λόγια, η Ελλάδα είναι price taker (παθητικός αποδέκτης τιμών), υποχρεώνεται δηλαδή να πληρώνει όσα και όπως τις τα ζητούν.
Το ευρώ μάς επέτρεψε να αγοράζουμε ό,τι θέλουμε από τις διεθνείς αγορές, χωρίς να φοβόμαστε τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Καμία σχέση με την εποχή της δραχμής η οποία έχανε συνεχώς την αξία ανταλλαγής της με τα άλλα, ισχυρότερα από αυτήν, νομίσματα, όπως συνέβη επί δεκαετίες με τον επίμονο διψήφιο πληθωρισμό.
Η βασική προϋπόθεση επιβίωσης στις ανοικτές αγορές είναι να διαθέτουμε επαρκή ποσότητα ευρώ. Αυτό εξαρτάται από τρεις παράγοντες: τους μισθούς/κέρδη/πωλήσεις περιουσίας, τις εισπράξεις από εξαγωγές/τουρισμό και τον συνολικό δανεισμό. Δεδομένου ότι το τρίτο, τα δάνεια που χρηματοδοτούσαν την κατανάλωση, κόπηκαν όταν χρεοκοπήσαμε, το 2010, η διεθνής αγοραστική μας δύναμη σε ευρώ εξαρτάται από όσα μας πληρώνουν οι «ξένοι» για να αγοράζουν ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες, συν τα νέα δάνεια των τραπεζών, συν τα εισοδήματά μας από όσα βγάζουμε με την παραγωγική μας εργασία.
Οι ξένοι, τα τελευταία χρόνια, όλο και κάτι καλύτερο μας πληρώνουν, λόγω βελτίωσης των εξαγωγών και του τουρισμού.
Επειδή όμως η δική μας, εσωτερική παραγωγικότητα υστερεί συνεχώς, αυτά που βγάζουμε εμείς, με τον εργασία μας ή με την πώληση περιουσιακών στοιχείων, δεν είναι αρκετά για να συντηρούμε ένα μοντέλο διαβίωσης και πλούτου όμοιο ή έστω παραπλήσιο με εκείνο που έχουν τα «πλουσιότερα» μέλη της Eυρωζώνης.
Αν μάλιστα ο ελληνικός πληθωρισμός συνεχίσει να τρέχει ταχύτερα από τον πληθωρισμό του κοινού νομίσματος (δηλαδή τον μέσο πληθωρισμό των κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ) τότε, πολύ απλά, θα την έχουμε «πατήσει». Για τρίτη φορά μέσα σε (μάλλον) λίγα χρόνια.
Τα χθεσινά στοιχεία της Στατιστικής για την πορεία του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή είναι καταθλιπτικά. Πριν λίγες μόνον μέρες, σε εκτίμηση της Eurostat, o εναρμονισμένος — προς το όμοιο ευρωζωνικό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών — ελληνικός πληθωρισμός, έτρεχε τον Απρίλιο με ετήσιο ρυθμό 4,6%.
Σύμφωνα όμως με το εθνικό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών, ο ρυθμός ήταν 5,4%. Σχεδόν μια ολόκληρη εκατοστιαία μονάδα υψηλότερος.
Πέρυσι τον ίδιο μήνα, ο ρυθμός αυτός ήταν μόνον 2%. Είπαμε πως θα ανασάνουμε από το προηγούμενο κύμα πληθωρισμού. Όμως, εδώ και τρεις μήνες, πριν ακόμη εκδηλωθεί η κρίση με τον νέο πόλεμο του Κόλπου, φάνηκε ήδη ότι έρχεται νέο κύμα πληθωρισμού.
Η κυβέρνηση, για τρίτη φορά στην επταετή θητεία της, δεν είδε εγκαίρως το πληθωριστικό κύμα που ήρθε κατά πάνω μας. Όταν σε αυτό προσετέθη το πετρελαϊκό κύμα ανατιμήσεων, η κατάσταση ξέφυγε για τα καλά. Είναι σίγουρο ότι και στην επόμενη μέτρηση, που θα περιλαμβάνει τον τρέχοντα μήνα, αλλά και μέχρι τουλάχιστον το φθινόπωρο, ο πληθωρισμός θα έχει μόνον δυσάρεστα νέα να διηγείται.
Το γεγονός ότι ολόκληρη η κυβέρνηση, δια του εκπροσώπου της Μαρινάκη, ο αρμόδιος υπουργός Αγοράς Θεοδωρικάκος και ο υπεύθυνος υπουργός οικονομικής πολιτικής Πιερρακάκης δεν αισθάνθηκαν την υποχρέωση να πουν μια κουβέντα για τον πληθωρισμό που ξέφυγε, λέει πολλά περισσότερα από όσα «ψιθύρισαν» στον πρωθυπουργό τα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος. Προφανώς, τα ακούει «από το άλλο του τ’αφτί»...
