Ν. Βέττας (ΙΟΒΕ): Τα τρία σενάρια για τον πληθωρισμό -  Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη

Ν. Βέττας (ΙΟΒΕ): Τα τρία σενάρια για τον πληθωρισμό - Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη

Η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ αποτυπώνει μια εικόνα ανθεκτικότητας, η οποία όμως δοκιμάζεται από εξωγενείς κινδύνους, κυρίως στο μέτωπο της ενέργειας, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.

Στην παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεση του ΙΟΒΕ, ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ιδρύματος σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι το παγκόσμιο πλαίσιο είναι ρευστό λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και ότι οι τρεις παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την ελληνική οικονομία είναι ο τουρισμός, η ενέργεια και η χρηματοδότηση. «Για τον τουρισμό είναι κρίσιμες οι επόμενες δύο εβδομάδες, ενώ για την ενέργεια να αναφέρουμε ότι είμαστε σημαντικά εκτεθειμένοι στις εισαγωγές πετρελαίου από τον κόλπο και στη περίπτωση που οι τιμές των ενεργειακών αγαθών παραμείνουν υψηλά, η Ευρώπη θα επηρεαστεί περισσότερο από την Αμερική», είπε ο κ. Βέττας. Από την πλευρά του ο Πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Γιάννης Ρέτσος ανέφερε το πόσο ευάλωτη είναι η παγκόσμια ισορροπία και είπε ότι «δεν υπάρχουν σταθερές αναφορικά με τα γεωπολιτικά τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή. Τα πράγματα είναι ρευστά». 

Τα τρία σενάρια για τον πληθωρισμό

Ο πληθωρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο ως καθοριστικός παράγοντας για την οικονομική σταθερότητα. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκε άνοδος του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή στο 3%, με σαφή επιτάχυνση τον Μάρτιο, γεγονός που αντανακλά τόσο την ισχυρή εγχώρια ζήτηση όσο και την αναζωπύρωση των ενεργειακών πιέσεων.

Στο βασικό σενάριο, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί στο 3,5% για το σύνολο του έτους. Πρόκειται για επίπεδο υψηλότερο από το 2025, το οποίο συνδέεται άμεσα με την αύξηση των τιμών ενέργειας λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Η επίδραση διαχέεται σε ένα ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών, από τα τρόφιμα έως τη διαμονή και την εστίαση.

Ωστόσο, η αβεβαιότητα είναι εξαιρετικά έντονη. Στο δυσμενές σενάριο, όπου οι συγκρούσεις κλιμακώνονται και επηρεάζουν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και εμπορικές οδούς, ο πληθωρισμός μπορεί να εκτιναχθεί στο 4,5%. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε διπλή επίπτωση: αφενός θα περιόριζε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, αφετέρου θα περιόριζε τα περιθώρια άσκησης επεκτατικής πολιτικής.

Στο θετικό σενάριο ο ρυθμός ανάπτυξης ελαφρά υψηλότερος από 2%, εφόσον οι τιμές ενέργειας ακολουθήσουν μεν το βασικό  σενάριο, αλλά σε συνδυασμό με στροφή επιπλέον τουριστών προς την Ελλάδα.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν φαίνεται να υποχωρούν εύκολα, ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης των συγκρούσεων. Η αποκατάσταση των ενεργειακών υποδομών και των εφοδιαστικών αλυσίδων απαιτεί χρόνο, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Παράλληλα, η νομισματική πολιτική παραμένει περιοριστική, με τα επιτόκια να κινούνται ανοδικά σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις. Αυτό δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στην κατανάλωση και στις επενδύσεις, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά με υψηλό δανεισμό.

Η πραγματική πρόκληση, ωστόσο, αφορά την αγοραστική δύναμη. Παρά τις αυξήσεις στους μισθούς, το κόστος ζωής εξακολουθεί να διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζοντας τη δυναμική της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, αν και βελτιωμένο σε σχέση με το 2024, κυρίως λόγω της μείωσης των εισαγωγών καυσίμων. Το έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 14,1 δισ. ευρώ ή 5,7% του ΑΕΠ, στοιχείο που αναδεικνύει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Στην αγορά εργασίας, η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη, με την ανεργία να υποχωρεί στο 8,3% το δ’ τρίμηνο του 2025. Ωστόσο, η αύξηση του μισθολογικού κόστους και η επιμονή της ανεπίσημης εργασίας αποτελούν ζητήματα που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και τη συνοχή της αγοράς.

Ενέργεια - Ο αδύναμος κρίκος 

Η ενέργεια αναδεικνύεται ως ο πιο κρίσιμος παράγοντας κινδύνου για την ελληνική οικονομία. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα η διαταραχή στη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Οι ροές πετρελαίου μέσω του συγκεκριμένου περάσματος έχουν μειωθεί δραστικά, ενώ οι ναύλοι των δεξαμενόπλοιων έχουν αυξηθεί έως και 70%. Για την Ελλάδα, η εξάρτηση από τις εισαγωγές καυσίμων από χώρες του Κόλπου είναι ιδιαίτερα υψηλή, (Περίπου το 25% των Ελληνικών εισαγωγών καυσίμων προέρχεται από χώρες του Κόλπου, που αποτελεί το μεγαλύτερο ποσοστό εξάρτησης στην ΕΕ.), γεγονός που εντείνει την ρευστότητα.

Από την άλλη, οι αυξημένες τιμές ενέργειας έχουν πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις, επηρεάζοντας όχι μόνο τα νοικοκυριά αλλά και το σύνολο της παραγωγικής δραστηριότητας. Από τη βιομηχανία μέχρι τις μεταφορές και τον τουρισμό, το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.

Τουρισμός: Σταθερός πυλώνας με νέες αβεβαιότητες

Ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, με τις εισπράξεις να φτάνουν τα 23,6 δισ. ευρώ το 2025. Ωστόσο, οι ενδείξεις για το 2026 είναι πιο συγκρατημένες με αφορμή τα τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή. 

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποτελούν τον βασικό παράγοντα αβεβαιότητας. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από τη μετατόπιση τουριστικών ροών, όπως ανέφερε ο κ. Βέττας από άλλες περιοχές της Μεσογείου. Από την άλλη, μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση.

Στο βασικό σενάριο, ο τουρισμός αναμένεται να διατηρηθεί σε επίπεδα παρόμοια με το 2025 σε πραγματικούς όρους. Στο δυσμενές σενάριο, ωστόσο, προβλέπεται μικρή υποχώρηση των εσόδων, γεγονός που θα επηρεάσει άμεσα το ισοζύγιο υπηρεσιών και την ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα.

Η πρόκληση για τον κλάδο είναι διπλή, διότι αφενός θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κόστους, αφετέρου θα πρέπει να  αναβαθμίσει το προϊόν του, επενδύοντας στην ποιότητα και τη βιωσιμότητα.