Το πιο σπουδαίο σημείο από την παρουσίαση την οποία έκανε προχθές στο Υπουργικό Συμβούλιο ο υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης για τον απολογισμό της πολύτιμης και εξαιρετικής δουλειά που κάνει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) είναι το τελευταίο:
«Η χώρα δεν μετακυλίει το βάρος του χρέους στις επόμενες γενιές».
Επειδή μάλιστα η Ιστορία αγαπά τα παίγνια των αναλογικών συμπτώσεων, την ίδια μέρα, ο νυν πρόεδρος του Eurogroup φιλοξένησε, δι’ ολίγον, τον παλαιότερο, επί μνημονίων, ομόλογό του Γιερούν Ντάισελμπλουμ. Το είπε ωραία ο «Κ2» της κυβέρνησης: η συνάντηση έγινε «σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από αυτό που επικρατούσε πριν από δέκα χρόνια. Η χώρα που κάποτε ήταν συνώνυμο της λέξης «κρίση» έχει πλέον εισέλθει σε μια νέα εποχή βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, με πρωτογενή πλεονάσματα, συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα, αποκλιμακούμενο χρέος και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης — υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Για να λάβει την φιλόφρονα απάντηση του ανθρώπου που «βάσταξε γερά» και παρέμεινε ψύχραιμος αντιμετωπίζοντας, πριν 11 χρόνια, την ασύγγνωστη αυθάδεια του κ. Βαρουφάκη: «Με κάνει ιδιαίτερα περήφανο το γεγονός ότι ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών προεδρεύει πλέον του Eurogroup, γιατί αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της διαδρομής που έχουμε διανύσει και της προόδου που έχει επιτευχθεί — τόσο στη ζώνη του ευρώ συνολικά όσο και ειδικά στην Ελλάδα, όπου οι προοπτικές είναι πολύ θετικές».
Ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο ήταν τότε το χρέος. Οι Ευρωπαίοι είχαν υποχρεώσει την Ελλάδα να επιβάλει στους κατόχους ελληνικών ομολόγων ένα θηριώδες κούρεμα της αξίας τους (το μεγαλύτερο στην ιστορική διαδρομή ρύθμισης χρεών) και η χώρα είχε επιτέλους τεθεί σε τροχιά μακρόπνοης ρύθμισης του εναπομείναντος χρέους. Τις προσπάθειες εκείνες παρεμπόδισε ο Τσίπρας σε βαθμό πλήρους διάλυσης όσων είχαν συμφωνηθεί. Απαιτήθηκε η αυθεπιβολή νέου, του τρίτου, μνημονίου, για να φθάσουμε, το 2018, σε μια νέα διευθέτηση του ελληνικού χρέους.
Δεν γνωρίζω αν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου του Κυριάκου Μητσοτάκη ρώτησαν τον υπεύθυνο της οικονομικής πολιτικής για τις θετικές επιπτώσεις που έχει ένα πολύ σημαντικό σημείο της παρουσίασής του. Το ταμειακό κόστος, δηλαδή αυτό που τελικά πληρώνει το κράτος για να εξυπηρετεί χωρίς προβλήματα το τεράστιο χρέος της χώρας εκτιμάται σε «μόλις» 5 δισ. ευρώ τον χρόνο, ποσό που θα παραμείνει μάλιστα σταθερό για πολλά ακόμη χρόνια.
Πρόκειται για ποσό σαφώς μικρότερο από το ποσό των τόκων σχεδόν 8 δισ. που εγγράφονται στον προϋπολογισμό. Σημειώστε πως στην τετραετία 2009-2012, η χώρα είχε να πληρώσει τόκους, αθροιστικά, 66 δισ. ευρώ, ενώ τώρα έχει «μόνον» είκοσι. Σημειώστε επίσης πως οι τόκοι πρέπει να αφαιρούνται από το πολυδιαφημιζόμενο στη δημόσια συζήτηση υπερπλεόνασμα, ενώ τότε, το κράτος είχε μόνον ελλείμματα παντού.
Πώς γίνεται όμως να πληρώνουμε τόσο «λίγους» τόκους;
Γίνεται επειδή υπάρχει ενεργός διαχείριση του χρέους εντός των αγορών. Αγορών οι οποίες σέβονται την Ελλάδα για την ορθολογική και γενναία διαχείριση των δημόσιων οικονομικών της. Φαντασθείτε να αφήναμε τη δουλειά αυτή σε ορισμένους καλοπροαίρετους λογιστές της παλαιάς εποχής, που υπάρχουν σε αφθονία στην αντιπολίτευση (αλλά και εντός της συμπολίτευσης) οι οποίοι επιχειρούν συστηματικά να συσκοτίζουν τα μυαλά των πολιτών, λέγοντας, για παράδειγμα, ότι δεν χρειάζεται να εξοφλούμε παλαιά και ακριβότερα δάνεια.
Ορθώς κατά τη γνώμη των αγορών η Ελλάδα συνέχισε να αποπληρώνει και το 2025, στο ποσό των 5,3 δισ. ετησίως, μέρος των δανείων διάσωσης του 2010, τα οποία έφθασαν αρχικώς στα 53 δισ. και από τα οποία έχουν απομείνει 26,3 δισ. ευρώ.
Ορθώς επίσης μέρος του κινδύνου αύξησης των επιτοκίων (όπως θα συμβεί ξανά λόγω νέας ανόδου του πληθωρισμού) και άρα να κοστίσει περισσότερα η εξυπηρέτηση του κρατικού χρέους, έχει ήδη καλυφθεί με πράξεις swap (αντιμετάθεσης).
Ορθώς αξιοποιούνται ποσά από το περίφημο «μαξιλάρι» για την καλύτερη διαχείριση του χρέους και όχι για την ενίσχυση έκτακτων δαπανών, βλέπε επιδομάτων και παροχών, ώστε να μειώνεται σημαντικά το αριθμητικό ύψος του χρέους και ακόμη πιο εντυπωσιακά το κατ’ αναλογίαν προς το ΑΕΠ χρέος. Εξέλιξη που θα κατεβάσει, επιτέλους, την Ελλάδα από την πρώτη θέση υψηλότερου χρέους μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.
Κι ενώ γίνονται όλα αυτά τα θετικά βήματα στο χρέος, το οποίο μας οδήγησε στην καταστροφική διαχείριση της καταστροφικής μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης, δαιμόνια καταλαμβάνουν και πάλι τα μυαλά των επίδοξων μνηστήρων της εξουσίας. Με υποσχέσεις σπατάλης και εμπλοκής της χώρας σε μονοπάτια χαμηλότερης απόδοσης, μικρότερης παραγωγικότητας και ακόμη χαμηλότερου κατά κεφαλήν εισοδήματος. Τι να πει κανείς!
