Όταν ένας καθηγητής του NYU δηλώνει δημόσια ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του διότι δεν υπάρχουν συνθήκες ακαδημαϊκής ελευθερίας, κάτι έχει πάει εντελώς λάθος. Η εικόνα της διαπόμπευσης του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστήμιου το 2020 και η πανηγυρική αθώωση όλων όσων είχαν κατηγορηθεί για το περιστατικό αυτό πέντε χρόνια αργότερα, εξηγούν το γιατί. Ο Νικόλας Οικονομίδης, καθηγητής οικονομικών στο Stern School of Business της Νέας Υόρκης και ένας από τους πιο αναγνωρισμένους Έλληνες ακαδημαϊκούς παγκοσμίως, έθεσε πρόσφατα μια απλή αλλά επώδυνη ερώτηση: «πώς θα μπορούσε ένας ακαδημαϊκός να επιστρέψει σε ένα πανεπιστήμιο όπου ακροαριστεροί δέρνουν και διαπομπεύουν τον πρύτανη;».
Η ερώτηση δεν είναι ρητορική, περιγράφει κάτι το ιδιαίτερα οδυνηρό. Ο κ. Οικονομίδης δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνων που αδιαφορούν για την Ελλάδα. Αντίθετα, εκφράζει και με κάποιο τρόπο εκπροσωπεί, χιλιάδες Έλληνες επιστήμονες διεσπαρμένους σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού, οι οποίοι θα επέστρεφαν - ακόμα και με μικρότερους μισθούς - αρκεί να ήξεραν ότι θα βρουν ένα πανεπιστήμιο που λειτουργεί όπως κάθε άλλο ίδρυμα παντού στον κόσμο. Ένα περιβάλλον δηλαδή όπου η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι έννοια υπό αίρεση και όπου ο φόβος δεν θεωρείται κανονικότητα.
Η ανάρτησή του Οικονομίδη όμως, πέραν του στενού πυρήνα της, αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο δύο διαφορετικές Ελλάδες. Την Ελλάδα που αγωνιά και προσπαθεί και εκείνη που από επιλογή θέλει να μείνει στο τέλμα.
Από την μια, είναι η Ελλάδα με τις σοβαρές συνεργασίες των πανεπιστημίων μας με ιδρύματα παγκόσμιας εμβέλειας - με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης συνολικού ύψους 94 εκατομμυρίων ευρώ και την έγκριση 74 κοινών μεταπτυχιακών προγραμμάτων (Joint ή Dual Master), που αναμένεται να ξεκινήσουν το ακαδημαϊκό έτος 2026-27.
Και από την άλλη μια διαρκής απειλή και ένας υφέρπων εκφοβισμός του Ακαδημαϊκού προσωπικού από τους αυτοαποκαλούμενους αντιεξουσιαστές.
Από τη μία κορυφαίες συνεργασίες, όπως για παράδειγμα του ΕΚΠΑ με το Yale University σε κοινό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών, του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου με το Harvard University σε Εξατομικευμένη Ιατρική στις Οφθαλμικές Παθήσεις, του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου και του Sorbonne Université στη Βιώσιμη Ενέργεια, οι συνεργασίες με το King's College London, Ludwig-Maximilians University, York University.
Και από την άλλη η μιζέρια του μουτζουρωμένου τοίχου και των «φοιτητικών στεκιών» με λοστούς, γκαζάκια, πασσάλους και κράνη.
Τα Ελληνικά Δημόσια Πανεπιστήμια, τολμούν ένα αξιόλογο βήμα εξωστρέφειας που πριν λίγα χρόνια θα φάνταζε σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Αυτό προφανώς το πιστώνεται η Κυβέρνηση.
Αλλά εδώ ακριβώς έγκειται και η τραγική αντίφαση: πώς θα προσελκύσεις διεθνείς φοιτητές, πώς θα καλέσεις Έλληνες ακαδημαϊκούς από το εξωτερικό να συμμετάσχουν σε αυτά τα προγράμματα, αν το ίδιο πανεπιστήμιο υποδοχής δεν εγγυάται στοιχειωδώς ασφάλεια και θεσμική αξιοπιστία;
Τα κοινά μεταπτυχιακά με Harvard και Sorbonne χρειάζονται κάτι πολύ πιο θεμελιώδες από τη χρηματοδότηση: χρειάζονται πανεπιστήμια που λειτουργούν ως κανονικά πανεπιστήμια και αυτό δυστυχώς είναι ακόμα ζητούμενο.
Αυτό όμως που κάνει την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη δεν είναι η βία καθαυτή. Είναι η θεσμική της κάλυψη. Είναι ότι οι κατηγορούμενοι για την επίθεση στον πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου αθωώθηκαν πέντε χρόνια μετά το περιστατικό και μάλιστα με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα.
Η αθώωση αυτή δεν είναι απλώς μια δικαστική απόφαση. Λειτουργεί – όπως παρατηρεί ο κ. Οικονομίδης, ως καταλύτης. Στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι στην Ελλάδα μπορείς να τρομοκρατήσεις διοικήσεις και καθηγητές, να καταστρέψεις κάμερες, να ελέγξεις εισόδους και εξόδους - και τελικά να βγεις αλώβητος. Σαν να μην συνέβη τίποτα, ποτέ!
«Λοιπόν κάθε φορά που θα μου λένε οι ημέτεροι για rebrain, παλιννόστηση και μπλα, μπλα, μπλα, θα τους δείχνω την εικόνα του τρομοκρατημένου διαπομπευμένου πρύτανη της ΑΣΟΕΕ.» (Nicholas Economides, Facebook, 12 Μαΐου 2026).
Ο κ. Οικονομίδης λοιπόν, θέτει το ζήτημα απλοϊκά αλλά ταυτόχρονα και αφοπλιστικά.
« Ο Χρυσοχοΐδης, που κατάφερε να εξαρθρώσει τη 17 Νοέμβρη, δεν μπορεί να εντοπίσει οχτώ τραμπούκους στο κέντρο της Αθήνας;».
Ο συλλογισμός είναι αποστομωτικός! Η κρατική αδράνεια δημιουργεί συνθήκες ανοχής, το δικαστικό σύστημα δημιουργεί νομολογία αθώωσης, το αποτέλεσμα είναι ότι η ατιμωρησία εδραιώνεται ως κανόνας, όχι ως εξαίρεση.
Η πρόκληση των μη κρατικών πανεπιστημίων
Στο σκηνικό αυτό έρχεται να προστεθεί και μια ιστορική αλλαγή: η λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας, τα δημόσια ΑΕΙ θα αντιμετωπίσουν πραγματικό ανταγωνισμό.
Αλλά η μεγάλη πρόκληση- σε πρώτη φάση, δεν θα είναι ακαδημαϊκή - θα είναι πρόκληση ευταξίας και ακαδημαϊκού περιβάλλοντος.
Ένας φοιτητής που πληρώνει δίδακτρα ή επιλέγει ανάμεσα σε ιδρύματα θα αξιολογήσει κάτι πολύ απλό: πού αισθάνεται ασφαλής να σπουδάσει; Όπως και ένας καθηγητής θα αναρωτηθεί: πού αισθάνεται πιο άνετα να διδάσκει;
Η απάντηση, αν η κατάσταση δεν αλλάξει, θα είναι πολύ δυσάρεστη για τα δημόσια πανεπιστήμια τα επόμενα χρόνια με αποτέλεσμα να σπρώξει αξιόλογο ακαδημαϊκό προσωπικό προς τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Το 2019 η Κυβέρνηση είχε δεσμευτεί για πάταξη της αναρχίας και της βίας στα ΑΕΙ. Έκτοτε, Υπουργοί άλλαξαν, χρόνια πέρασαν, η βία όμως παρέμεινε.
Ο κ. Οικονομίδης το διατυπώνει ξεκάθαρα από την δική του οπτική : «αν η κυβέρνηση χάσει το 2027, δεν θα φταίνε οι αντίπαλοι — θα φταίει η αποτυχία στις βασικές τις υποσχέσεις».
Στο πλαίσιο αυτό, η φωτογραφία του πρύτανη της ΑΣΟΕΕ, διαπομπευμένου και τρομοκρατημένου, δεν είναι απλώς ένα ατυχές περιστατικό.
Εκτός του ότι ακυρώνει τις αξιόλογες παρεμβάσεις της Κυβέρνησης στην παιδεία γενικότερα, μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο σοβαρό.
Σε ένα σύμβολο - και κάθε φορά που η κυβέρνηση μιλά για «Rebrain Greece», αυτό το σύμβολο απαντά δυνατότερα από οποιαδήποτε ανακοίνωση ή δελτίο Τύπου.
Σε τελική ανάλυση, η παλιννόστηση των επιστημόνων δεν ξεκινά από τα κίνητρα ή τους μισθούς.
Ξεκινά από μια απλή πεποίθηση: ότι αξίζει τον κόπο κάποιος να γυρίσει. Σ' αυτό η κυβέρνηση οφείλει μια καθαρή απάντηση στην πράξη.
* Το άρθρο βασίζεται στην ανάρτηση του Nicholas Economides · Καθηγητή Οικονομικών στο NYU Stern School of Business στο Facebook.
