ΠΑΣΟΚ: Κόμμα διαμαρτυρίας ή πρόταση εξουσίας;

Σπάνια ένα κόμμα αντιπολίτευσης έχει λάβει απλόχερα τόσα δώρα από την ίδια την ιστορία και τα έχει σπαταλήσει με τόση επιπολαιότητα.

Μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και τον κατακερματισμό του, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε, σχεδόν αυτομάτως, στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης - θέση που δεν είχε κατακτήσει στις εκλογές του 2023.

Απέκτησε ξαφνικά δυνατότητες που τα κόμματα πολύ σπάνια μπορούν να αποκτήσουν και μάλιστα χωρίς κόπο: 

  • χρόνο, 
  • χώρο και 
  • πολιτικό κενό προς κατάληψη.

Αντί όμως να τις εκμεταλλευτεί, τις προσπέρασε και μάλιστα σφυρίζοντας υπερήφανα.

Η χαμένη ευκαιρία

Η ανέλιξη στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδωσε στο ΠΑΣΟΚ, εκτός των κοινοβουλευτικών προνομίων, κάτι σημαντικότερο και πιο πολύτιμο: την άνεση του χρόνου.

Κανείς δεν ζητούσε να αποφασίσει αμέσως ποιο θα είναι το στίγμα και η στρατηγική του - αριστερό, κεντρώο, διαχειριστικό ή μεταρρυθμιστικό. Κανείς εκτός από τα ίδια του τα στελέχη! 

Αυτή η άνεση - που μεταφράστηκε λάθος από τους ίδιους, σταδιακά μετατράπηκε σε εσωστρέφεια.

Κανένας δεν σκέφτηκε ότι το ΠΑΣΟΚ του 2023 ήταν ουσιαστικά ένα μικρό κόμμα, που τεχνικά προήχθη σε μεγαλύτερη θέση. Και κανένας δεν αξιολόγησε ότι αυτό δεν συνέβη επειδή η δύναμή του αυξήθηκε ξαφνικά, ούτε επειδή το αφήγημά του αγκαλιάστηκε από τους πολίτες. Επειδή κατέρρευσαν οι άλλοι! 

Στην καθομιλουμένη, όταν κάποιος είναι μικρός αλλά συμπεριφέρεται σαν μεγάλος, ονομάζεται μικρομεγαλισμός. Περί αυτού λοιπόν πρόκειται.

Το κόμμα ανάλωσε μήνες σε εσωτερικές συζητήσεις και διαδικασίες χωρίς πραγματικό περιεχόμενο. Εκλογή ηγεσίας με διαρκή αμφισβήτηση, συνέδριο, «κόκκινες γραμμές» και μια αέναη αμφιταλάντευση ανάμεσα σε Κέντρο και Αριστερά.

Αποτέλεσμα: εμφανίζεται στο εκλογικό σώμα χωρίς σαφή ταυτότητα και χωρίς συγκεκριμένη στόχευση. Κανείς δεν έχει καταλάβει ακριβώς τι επιζητεί το ΠΑΣΟΚ, εκτός από το να διεκδικεί να είναι πρώτο κόμμα - που ωστόσο δεν προκύπτει από πουθενά.

Από την άλλη, η εμμονή στα ζητήματα υποκλοπών και ΟΠΕΚΕΠΕ, σοβαρά μεν ηθικά και θεσμικά, αποδείχθηκε πολιτικά άγονη. Ο μέσος πολίτης αγωνιά για την ακρίβεια, τη στέγαση, τα κόκκινα δάνεια - όχι για εξεταστικές και προανακριτικές επιτροπές που βιωματικά γνωρίζει ότι δεν οδηγούν πουθενά.

Με αυτή την τακτική, το ΠΑΣΟΚ άρχισε να θυμίζει περισσότερο εισαγγελική αρχή παρά πολιτικό κόμμα με κυβερνητική πρόταση. Παρήγαγε θόρυβο, όχι ελπίδα.

Ο καταλύτης: ΕΛΑΣ, Καρυστιανού και η επιστροφή στο σημείο εκκίνησης

Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού δεν δημιούργησε το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ - το αποκάλυψε.

Και οι πρώτες δημοσκοπήσεις είναι όντως αποκαλυπτικές. Η ΕΛΑΣ εμφανίζεται δεύτερη με 16,1%, ενώ το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο 9,6%, επιστρέφοντας στην προ του 2023 αφετηρία του - τρίτο ή και τέταρτο.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, στη συλλογική συνείδηση, δεν προσδιορίστηκε με σαφείς πολιτικές συντεταγμένες. Προσπάθησε για καιρό, να κινηθεί αντισυστημικά, να μιλήσει τη γλώσσα της αγανάκτησης και της ρήξης. Εκεί, όμως, υπήρχαν άλλοι που μιλούν αυτή τη γλώσσα καλύτερα - και με μεγαλύτερη αξιοπιστία. Η αντισυστημική δεξαμενή δεν είναι και δεν ήταν ποτέ δική του.

Το αδιέξοδο της επόμενης μέρας

Αν αυτή η ασάφεια συνεχιστεί μέχρι τις κάλπες, το ΠΑΣΟΚ θα βρεθεί προ εκπλήξεων - και μάλιστα όχι ευχάριστων. Αλλά το χειρότερο μπορεί να έρθει μετά. 

Αν η ΝΔ δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία - και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αυτό είναι και το πιθανότερο σενάριο - το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που δεν το έχει ούτε καν σκεφτεί: τι θα κάνει σ' αυτή την περίπτωση;

Η «κόκκινη γραμμή» του Συνεδρίου αποκλείει οποιαδήποτε συνεργασία με τη ΝΔ — χωρίς ωστόσο εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Αν αρνηθεί και οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές, θα εμφανιστεί ως ο υπαίτιος της αστάθειας και θα αποψιλωθεί. Η ΝΔ θα καρπωθεί τους μετριοπαθείς στο όνομα της σταθερότητας, η ΕΛΑΣ τους αριστερούς στο όνομα της αλλαγής.

Αν πάλι συνεργαστεί, θα ακυρώσει το ίδιο του το Συνέδριο. Και στις δύο περιπτώσεις, πληρώνει το τίμημα της ασάφειας και της αμφιθυμίας που καλλιέργησε όλο αυτό το διάστημα.

Η μόνη διέξοδος

Η διέξοδος, παρ' όλα αυτά, είναι απελπιστικά απλή.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει, στον ελάχιστο χρόνο που του απομένει ως τις εκλογές, να αποφασίσει τι ακριβώς είναι. Όχι τι θα ήθελε να είναι. Αυτή η ευκαιρία χάθηκε. 

Αν επιλέξει το Κέντρο, πρέπει να μιλήσει τη γλώσσα του ρεαλισμού: ακρίβεια, στέγαση, επενδύσεις, δίκτυα ασφάλειας — με συγκεκριμένους αριθμούς, όχι γενικόλογες εξαγγελίες και ευχολόγια.

Αν επιλέξει την κεντροαριστερά, πρέπει να το κάνει με θάρρος, όχι με μισόλογα που ακυρώνονται από την επόμενη τοποθέτηση.

Η ασάφεια ήταν κάποτε πολιτική αρετή για το ΠΑΣΟΚ — στην εποχή όμως που ήταν το μεγάλο κόμμα και χωρούσε τα πάντα. 

Σήμερα, με το δημοσκοπικό μονοψήφιο και την τρίτη θέση, είναι πολυτέλεια που δεν αντέχει. 

Δεν υπάρχει άλλωστε χώρος για ένα κόμμα που είναι λίγο αριστερό, λίγο κεντρώο, λίγο κυβερνητικό και λίγο αντισυστημικό.

Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι ρητορικό, είναι ουσιαστικό. Το ΠΑΣΟΚ είναι κόμμα διαμαρτυρίας ή πρόταση εξουσίας; 

Αν δεν το απαντήσει το ίδιο, θα το απαντήσουν οι ψηφοφόροι — και η πρόθεση τους έχει ήδη διαφανεί από τις δημοσκοπήσεις.