Σκληρή απάντηση επιφύλασσε, η ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης στη χθεσινή ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων όπου εκφράζονται «επιφυλάξεις» σχετικά με την χρήση ως αποδεικτικών μέσων λιστών με στοιχεία φοροφυγάδων που έχουν αποκτηθεί παρανόμως.
«Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Ένωση Εισαγγελέων με την ανακοίνωσή της φαίνεται να τοποθετεί τη συνταγματική αξία της δικαστικής προστασίας σε δεύτερη μοίρα», δήλωσε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων Νίκος Παρασκευόπουλος, σύμφωνα με το skai.gr. Δίνοντας έτσι συνέχεια στην αντιπαράθεση με το ΔΣ της Ένωσης που άρχισε χθες.
«Σύμβολο της δικαιοσύνης είναι η ζυγαριά. Οι περισσότερες από τις κρίσεις της, αν όχι όλες, προϋποθέτουν σταθμίσεις συμφερόντων, αγαθών, αξιών. Στο επίκαιρο θέμα πρέπει να σταθμιστούν συνταγματικά κατοχυρωμένες αξίες: από τη μια το απόρρητο και τη προστασία προσωπικών δεδομένων, από την άλλη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ακροάσεως που ενέχει και το δικαίωμα του πολίτη να μπορεί να αποδεικνύει το δίκιο του. Ο ποινικός έλεγχος μιας μεγάλης εκτάσεως φοροδιαφυγής προφανώς και βαραίνει ως αίτημα απόδοσης δικαιοσύνης, επειδή εξυπηρετεί τόσο το κοινωνικό όσο και το δημόσιο- δημοσιονομικό συμφέρον και μάλιστα σε μια εποχή όπου τα δημόσια οικονομικά δοκιμάζονται. Θυμίζω ότι οι κατάλογοι στοιχείων (λίστες) αφορούν αφενός χιλιάδες αναφερόμενους πολίτες, αφετέρου το σύνολο των φορολογουμένων πολιτών και το επίπεδο της διαβίωσής τους.
Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος 4356/2015 θεσπίζει συγκεκριμένα κριτήρια, που εγγυώνται την οφειλόμενη συνταγματική στάθμιση: κατά το νόμο το αποδεικτικό μέσον για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη θα πρέπει να ήταν το μοναδικό, να μην αποκτήθηκε κατά τρόπο προσβλητικό της αξιοπρέπειας, ενώ και το έννομο όφελος από τη χρήση του να είναι αναλογικά υπέρτερο.
Ο νόμος 4356/2015 επομένως ούτε αστοχεί, ούτε προκρίνει , ούτε αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Καλεί τη δικαιοσύνη να εκτελέσει την αποστολή της ζυγίζοντας ακριβώς τις συνταγματικές αξίες. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Ένωση Εισαγγελέων με την ανακοίνωσή της φαίνεται να τοποθετεί τη συνταγματική αξία της δικαστικής προστασίας σε δεύτερη μοίρα», δηλώνει εξάλλου ο υπουργός.
Αυστηρός στην απάντησή του και ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Δημήτρης Παπαγγελόπουλος ο οποίος τόνισε:
«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως υπάρχει Έλληνας Εισαγγελέας, που θα προτιμούσε να μειώνονται δραστικά μισθοί και συντάξεις και ο ελληνικός λαός να πληρώνει δυσβάσταχτους φόρους, αντί να πληρώνουν τους φόρους τους οι φοροφυγάδες και τις νόμιμες υποχρεώσεις τους οι διαπλεκόμενοι και οι κλέφτες του δημοσίου χρήματος».
Ενώ άφησε σαφείς αιχμές για τον πρόεδρο και τον ΓΓ της Ένωσης λέγοντας:
«Επίσης, αναρωτιέμαι αν η ανακοίνωση που υπογράφουν οι κκ Τζαβέλας και Ζημιανίτης, αναφέρεται σε συγκεκριμένη υπόθεση και ποια είναι αυτή.
Προς το παρόν…αυτά», κατέληξε.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το skai.gr, ήδη έχουν υποβληθεί παραιτήσεις από πέντε μέλη του ΔΣ της Ένωσης Εισαγγελέων που αντέδρασαν εντονότατα στην έκδοση της σχετικής ανακοίνωσης, λέγοντας ότι δεν είχαν ενημερωθεί. Ανακοίνωση με την οποία η Ένωση τοποθετείται επί της τροπολογίας που εισήχθη και ψηφίσθηκε στο νομοσχέδιο για την επέκταση του Συμφώνου Συμβίωσης και δυνάμει της οποίας οι Οικονομικοί Εισαγγελείς έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση υλικού που αποτελεί προϊόν υποκλοπής - όπως η λίστα Λαγκάρντ - υπό αυστηρές προϋποθέσεις, προκειμένου να εντοπίσουν φοροφυγάδες.
Κύκλοι της Ένωσης Εισαγγελέων σχολίαζαν τη δήλωση Παπαγγελόπουλου προτρέποντας στη σύλληψη των φοροφυγάδων με «χέρια και με πόδια» και διευκρινίζοντας ότι στόχος της ανακοίνωσης ήταν να τεθεί απλώς ο προβληματισμός ως προς το εάν είναι συνταγματική ή όχι η σχετική διάταξη.
Αποκρούουν εξάλλου τις αιχμές Παπαγγελόπουλου προσωπικά κατά του Προέδρου και του ΓΓ της Ένωσης σημειώνοντας ότι δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένη υπόθεση φοροδιαφυγής αλλά σε όλες επισημαίνοντας το εξής απλό: ότι δεν μπορεί να γίνεται διάκριση ως προς το ζήτημα της χρήσης παράνομα αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οικονομικών και των λοιπών εγκλημάτων.
Διαψεύδουν εξάλλου οι ίδιοι κύκλοι τον ισχυρισμό ότι ορισμένα μέλη του ΔΣ δεν ενημερώθηκαν πριν την έκδοση της ανακοίνωσης.
